My Blog

Παύλος Λιασίδης

Το 1820 γεννήθηκε στα Λιβάδια Λάρνακας ο Αντώνης Πασιαλούντας. Παντρεύτηκε κι έκανε 4 παιδιά: το Λιασή, το Παυλή τον Πέτρον, και μια κόρη της οποίας το όνομα δεν γνωρίζουμε. Γνωρίζουμε μόνο ότι αργότερα παντρεύτηκε το Κυριάκο Χατζηδημήτρη Ππαρλά επίσης από τα Λιβάδια.

Λίγο αργότερα η γυναίκα του Πασιαλούντα πεθαίνει κι ο Πασιαλούντας με τα 4 ορφανά στο χέρι παίρνει το δρόμο για τη Λύση, όπου και ξαναπαντρεύεται. Εργάστηκε σκληρά μέσα σε άθλιες συνθήκες για να μεγαλώσει τα παιδιά του, που κι αυτά με τη σειρά τους παντρεύτηκαν. Ο πρώτος του γιος, ο Λιασής, του χάρησε 3 εγγόνια: Το Μιχαήλ Ήλη, τον Αντώνη Κκάρα και τον Παύλο Λιασίδη. Αυτόν ακριβώς τον Παύλο Λιασίδη που τιμούμε όλοι εμείς απόψε εδώ, στη γενέτειρα του παππού του, τα Λιβάδια .

Ο Παύλος Λιασίδης δεν είναι όμως ούτε Λυσιώτης ούτε Λιβαδιώτης. Κατάγεται από τη Κύπρο κι ανήκει στον κόσμο ολόκληρο. Γεννήθηκε στη Λύση το 1901 και έζησε μέσα σε συνθήκες δυσβάσταχτης φτώχειας και στέρησης. Ζούσαν αυτός και η οικογένεια του από ένα μικρό περβόλι που είχαν και πλέκοντας καλάθια, τέχνη που την έμαθε απ το Λιβαδιώτη παππού του καθώς και από ένα μικρό κοπάδι από πρόβατα.

Οι συνθήκες αυτές ήταν αποτέλεσμα της άγριας εκμετάλλευσης που υφίστατο ο λαός μας κατά την περίοδο της αγγλικής αποικιοκρατίας. Ο απόηχος των κοινωνικών ανακατατάξεων που συνέβαιναν στην Ευρώπη τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας, η σοσιαλιστική επανάσταση στη Ρωσία για παράδειγμα και οι πολεμικές ιαχές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, χάρισαν στον Λιασίδη έναν αμύθητο πλούτο βιωμάτων και εμπειριών και επηρέασαν έντονα τη ποίηση του.

Η ποίηση του Λιασίδη είναι πολιτική πράξη, όχι επειδή εκφράζει κομματική τοποθέτηση. Αλλά επειδή τοποθετείται με τόλμη στα προβλήματα της εποχής του. Αυτό είναι το πρώτο συμπέρασμα που εξάγεται μέσα από τις 13 συλλογές ποιημάτων που έχει εκδώσει ο ποιητής από το 1928 ως το 1985 και στα 8 θεατρικά έργα που έγραψε.

Ο Λιασίδης δημιουργούσε τηρώντας με θρησκευτική ευλάβεια το αυστηρό σύστημα ηθικών κανόνων που του επέβαλλε το περιβάλλον που ζούσε. Δεν έβριζε και δεν χυδαιολογούσε. Γι’αυτό και ποτέ δεν υπέταξε το πηγαίο ποιητικό του ταλέντο στη διατύπωση του χυδαίου, σε αντίθεση προς άλλους διαλεκτικούς μας ποιητές, που έχουν να παρουσιάσουν στο έργο τους σειρές ολόκληρες τέτοιων μυλλομένων ποιημάτων με περιεχόμενο που πλησιάζει συχνά τα όρια του κακόγουστου.

Η ποίηση δεν είναι απλά η τέχνη της στιχοπλοκής και μόνο. Είναι πάνω απ’όλα περιεχόμενο και μηνύματα. Ο Λιασίδης έγραφε αυτά που έγραφε, γιατί ήταν αυτό που ήταν. Ως το τέλος ηθικός και πιστός στις αρχές και τις αξίες που του επέβαλε η παράδοση του τόπου του:

Αν ‘κούσετε καμιάν βολάν τζιαί την τιμήν προσβάλω,
σβήσετε τα τραούδκια μου πό ’βκαλα τζι’ εν να βκάλω.

Τη ποιητική του σταδιοδρομία ο Λιασίδης την ξεκίνησε σαν ποιητάρης, κυκλοφορώντας κοντά στο 1920 δύο ποιήματα : το «Ποίημα Ερωτικό» και το «Φόνο στην Αθηαίνου». Δυο συνηθισμένες φυλλάδες απ’αυτές που κυκλοφορούσαν την εποχή εκείνη πολλοί ποιητάρηδες, για να εξιστορήσουν συμβάντα και γεγονότα της επικαιρότητας (οι ποιητάρηδες την εποχή εκείνη ήταν δηλαδή και κάτι σαν …μέσα ενημέρωσης).

Η προσπάθεια όμως αυτή του Λιασίδη απέτυχε. Πρώτα γιατί ο Λιασίδης δεν έγραψε με την όρεξη του τα ποιήματα αυτά , αλλά κάτω απ’την ανάγκη να εξασφαλίσει χρήματα, μιας και το κοπάδι από πρόβατα που είχε, πωλήθηκέ από τοκογλύφους. Ένας άλλος λόγος αποτυχίας ήταν η ιδιοσυγκρασία του Λιασίδη. Ήταν χαρακτήρας συνεσταλμένος και δεν ήθελε, δεν μπορούσε να κυκλοφορεί στα καφενεία πουλώντας τα ποιήματα του.

Ένας ποιητής που είχε τόση κοινωνική ευαισθησία, που ήταν ιδεολογικά τόσο συνειδητοποιημένος, που έγραφε στίχους γεμάτους συμβολισμούς και επαναστατική ιαχή σαν τους παρακάτω, δεν μπορούσε να αρκεστεί με φτηνά ποιητάρικα:

Αδερκια που στη κόλαση κρούζετε νύχτα μέρα
Τζι’όρομα κακοριζιτζιοι θωρείτε τη μανιέρα
Καμετε λλίην πομονη τζιαι πάρτε λλίο θάρρος
Τζιαι κόντεψεν πιον ο τζιαιρός πόν να πεθάνει ο χάρος.

Μετά την πρώτη του αυτή ανεπιτυχή προσπάθεια, ο Λιασίδης συνεργάστηκε με διάφορες εφημερίδες γράφοντας στίχους, ώσπου το 1928 έκδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή «Τραγούδια του Νησιού μου». Ακολούθησαν πολλές άλλες συλλογές που τις είχε εκδώσει μόνος του ή με τη βοήθεια άλλων σωματείων όπως η «Ανόρθωση» στην Αμμόχωστο, η «Αγροτική Ένωσις Λύσης», ΑΕΛ και το ΣΥΚΑΛΥ. 12 χρόνια μετά τον θάνατο του το 1985, η πολιτεία αναγνωρίζοντας τελικά τη σημασία του Λιασίδη στη κυπριακή λογοτεχνία, έχει εκδώσει το 1997 σε δύο τόμους τα άπαντα του ποιητή.

Ο Παύλος Λιασίδης, εκτός από το ποιητικό, διέθετε κι’ ένα σπάνιο μουσικό ταλέντο. Ήταν δεξιοτέχνης στο πιθκιαύλι και στο λαούτο και άριστος τραγουδιστής του μανέ. Τόσο τα ταξίμια του στο πιθκιαύλι, όσο και οι αυτοσχεδιασμοί των μανέδων που τραγουδούσε, έδειχναν πόσο σίγουρα το ένστικτο του τον οδηγούσε, μέσα από τα δαιδαλώδη μονοπάτια της μουσικής μας παράδοσης.

Μαζί με τ’αδέλφια του, τον ψάλτη Μιχαήλ Ήλη και τον Αντώνη Κκάρα, αριστερόχειρα βιολάρη, που ο Παύλος συχνά συνόδευε στο λαούτο, χάραξαν με τις πολύπλευρες δραστηριότητές τους, ανεξίτηλα τις μνήμες όσων τους γνώρισαν από κοντά.

Τη μουσικότητα του αυτή ο Λιασίδης τη διοχέτευε άπλετη και μέσα στους στίχους του. Οι στίχοι του Λιασίδη είναι γεμάτοι από ρυθμό και μουσική και η μελοποίηση τους στη συνέχεια από τον Κωστή Κωστέα, δεν ήταν παρά μια φυσιολογική εξέλιξη.

Δεν ήταν μόνο οι σκέψεις και οι στίχοι του απόσταγμα κυπριακής λαϊκής σοφίας. Σκυφτός και λιγομίλητος, ο Παύλος Λιασίδης, σαν έσερνε τα βήματα του στους δρόμους της Λύσης, ελαφρολυγίζοντας τα γόνατά του, σ’ένα χαρακτηριστικό, για όσους ακόμα τον θυμούνται, περπάτημα, ήταν με τη βράκα, τα μαύρα κοφτά παπούτσια, το περιποιημένο γιλέκο και τη μαύρη ζώστρα, το στριφτό μουστάκι και τη χωρίστρα στ’αριστερά στα γκρίζα μαλλιά, μια παραδοσιακή φιγούρα, απ’αυτές που για αιώνες περπατούσαν στα χωριά του μεσαρίτικου κάμπου.

Τούτος λοιπόν ο άνθρωπος, ο ποιητής Παύλος Λιασίδης, που μπροστά στη φτώχεια του, έστηνε «την αρκοντιά του νού του», που με τα λίγα γράμματα που έμαθε στο δημοτικό, κουβέντιασε με τον κόσμο δίπλα του και στη γλώσσα που αυτοί καταλάβαιναν τους άνοιξε διάπλατα τις πόρτες τους μυαλού τους σε νέες, καινούριες κι ανατρεπτικές ιδέες, αυτός ο άνθρωπος που στα μαύρα χρόνια της φτώχιας, της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης, τόλμησε να πει και να προβλέψει πως:

…όσον τζι’αν το ξημέρωμαν αρκεί
τζι η νύχτα μαύρη κάρβουνον τζι αν δείξει,
ο νήλιος πάλαι με το ζόριν εν να φκεί
τη σκοτεινιά μέσα στα γαίματα να πνίξει.
Αυτός λοιπόν ο ποιητής, ο Παύλος Λιασίδης για όλους αυτούς τους λόγους κι ακόμα παραπάνω, δίκαια διεκδικεί τη θέση του σημαντικότερου ποιητή που ανέδειξε η Κύπρος τον 20ο αιώνα.

Ο Παύλος Λιασίδης πέθανε στις 29 του Σεπτέμβρη το 1985, εξακολουθώντας όμως να ζει. Στις ποιητικές του συλλογές, στα θεατρικά του έργα, στη μνήμη όλων αυτών που τον γνώρισαν και τελικά στον μεγαλόπρεπο ανδριάντα που οι φίλοι του στο ΣΥΚΑΛΥ του έχουν στήσει στη Λάρνακα. Ο χάρος για τον Παύλο Λιασίδη έχει ήδη πεθάνει.