My Blog

Χριστάκης Χασάπης

Η θεμελίωση των αξιών της ζωής μέσα από την παράδοση ενός λαού, είναι τόσο σημαντική, όσο και η ίδια η ζωή. Τέτοιος θεμελιωτής είναι και ο καθιερωμένος προ πολλού λαϊκός μας ποιητής Χριστάκης Χασάπης. Είναι βαθιά ριζωμένος στην παράδοση εκείνη που μας έδωσε την γνήσια ποιητική φωνή αξιόλογων εκπροσώπων της λαϊκής ποίησης της Κύπρου.

Γέννημα και θρέμμα του Μεσαρίτικου κάμπου ο Χρ. Χασάπης (γεννήθηκε στη Λύση το 1931 και απεβίωσε στην Λάρνακα στις 30 Δεκεμβρίου 2006) πλουτίζει την λαϊκή μας ποίηση με μια αξιόλογη δημιουργία, που αγγίζει τις χορδές της λαϊκής ψυχής με στίχους δυνατούς και ατόφιους, εκφραστικούς ενός πλούσιου και ευαίσθητου ψυχικού κόσμου.

Η πρώτη του συλλογή κυκλοφόρησε το 1969 με τίτλο «Βασιλιτζιές τζιαί Μαντζουράνες» με πρόλογο του Άνθου Ροδίνη. Με τη συλλογή αυτή μπήκε επίσημα στο χώρο της ποίησης, με μια ωριμότητα που καταπλήσσει, γιατί πορεύθηκε με σιγουριά σ’ ένα σταθερό ποιητικό δρόμο χωρίς αμφιταλαντεύσεις.

Στη συλλογή πλεονάζει το ερωτικό στοιχείο σαν δύναμη αιώνια που συνέχει τον κόσμο. Ο έρωτας εδώ είναι εξιδανικευμένος, συγκρατημένος, ανθρώπινος και αντιστοιχεί με κίνητρο ζωής και χαράς, όσο επέτρεπε ο κοινωνικός περίγυρος και οι αντιλήψεις του λαού της παλαιότερης εποχής και της κλειστής κοινωνίας της Κύπρου.

Η ευαισθησία του απέναντι στη ζωή και στα πράγματα που τον περιβάλλουν, είναι έμφυτη και χαρισματική. Κληρονόμησε και από τους δύο γονείς του μια καλλιτεχνική φλέβα. Ο πατέρας του Νικόλας, δεν ήταν μόνο ένας από τους καλύτερους τεχνίτες του χωριού. Ήταν και ερασιτέχνης ηθοποιός (με εξαιρετική απαγγελία εκ βαθέων), και λάμβανε μέρος σε θεατρικές παραστάσεις, που οργάνωναν τα σωματεία κατά τες μεγάλες θρησκευτικές γιορτές. Ο παππούς του (από την μητέρα του), είχε μια σπάνια καλλιτεχνική ευαισθησία απέναντι στην αρμονία και την ομορφιά, και έφτιαχνε αξιόλογα έργα γλυπτικής, γνωστά σε όλη την περιοχή. Είχε ακόμα το χάρισμα της αφήγησης σοφής και πνευματικά καλλιεργημένης.

Ο ίδιος ο ποιητής από μαθητής του Δημοτικού, έφτιαχνε μικρές ανάγλυφες παραστάσεις σε ημιπολύτιμους λίθους, όπως αχάτης, όνυχας κ.α. Αυτοί οι δακτυλιόλιθοι ήταν πραγματικά έργα τέχνης, μ’ ένα πλούσιο θεματικά κύκλο, εμπνευσμένο από την αρχαία ελληνική μυθολογία, όπως και τους άθλους του Ηρακλή, από τους Κύκλωπες, από τον Έκτορα και την Ανδρομάχη, όπως τους περιγράφει ο Όμηρος, και άλλα πολλά.

Σαν γόνος αυτών των ανθρώπων, ήταν φυσικό ο Χρ. Χασάπης να φέρει μέσα του εκ φύσεως ένα καλλιτεχνικό ταλέντο. Είναι γεννημένος ποιητής. Διακατέχεται από μια δυνατή αισθητική τάση, ώστε να συλλαμβάνει με ολόκληρη τη ψυχή του την έννοια της ζωής και της ομορφιάς. Αυτή η ομορφιά είναι γι’ αυτόν μια εσωτερική αναγκαιότητα που τον οδηγεί προς τη λύτρωση. Κι αν λύτρωση είναι η έξοδος από το χώρο και το χρόνο, όπως ισχυρίζεται η Μεταφυσική, για τον ποιητή του Μεσαρίτικου κάμπου, συμβαίνει το αντίθετο. Λύτρωση γι’ αυτόν είναι η επιστροφή στο χώρο και το χρόνο, γιατί και τα δυο είναι η πρόσβαση προς το υπάρχειν. Το στοιχείο της γοητείας του Χρ. Χασάπη, και έγκειται σ’ ένα ρομαντικό, μυστικιστικό περίβλημα της ζωής το οποίο απορρέει αυτόματα από τη φύση, που αγκαλιάζει ο ποιητής με πάθος, σαν ένα αισθητικό και, ταυτόχρονα, λυτρωτικό δεδομένο. Αυτό φαίνεται ανάγλυφο στους στίχους του ποιητή, που χαρακτηρίζονται από μια σπάνια ζωγραφική διάθεση και μια λυρική πνοή, που διεισδύει με μεγάλη άνεση στον εσωτερικό κόσμο μας.

Ένα βασικό γνώρισμα του Χρ. Χασάπη που βλέπουμε από την πρώτη του ποιητική συλλογή, είναι ο διδακτισμός και η σοφή εμπειρία, που απορρέουν από την τριβή του με τη ζωή. Ασκεί κριτική για όλα μέσα στη ζωή, διανθίζοντάς την μ’ ένα λεπτό χιούμορ, για να καταλήξει εκεί που θέλει ο ποιητικός του στοχασμός.

Έθελα να ‘μαι στο ντουνιάν ο πρώτος μες τους πρώτους
ας εν τζιαι δεύτερος Θεός στη γη για τους αδρώπους.
Τη δύναμη του Ηρακλή, την ομορκιάν του Πάρη
ατέλειωτην υπομονήν, γινάτιν του καμήλου,
του Οδυσσέα πονηρκάν, να μεν μου λείπει χάρη,
φωνήν γλυτζιάν σειρηνωτήν, κλώσμα τ’ ανεμομύλου.
Τούτα αν τα ‘χα στην ζωήν εν είσιεν να γυρτίζω
με θάνατον τζι’ ούτ’ έρωταν να μεν ηττανατίζω.
Μ’ αφού στα σιέρκα τσιάττισεν ο Πλάστης μου να πιάσει
Τουν’ το καλούπιν το ζαόν τζιαι να με καλουπιάσει
π’ αντίς την γνώσιν τζιαι το φως έδωκεν μου στραβάραν,
ήνταν να κάμ’ ο γέρημος; Ρίβκω το στην πελλάραν.»

Η νοσταλγία του για τη γενέθλια γη, γίνεται μνήμη που καίει. Από τη νεανική του ηλικία εγκατέλειψε το χωριό του και εγκαταστάθηκε στη Λάρνακα. Εκεί δούλεψε σκληρά και έκαμε οικογένεια. Εκεί έζησε μέχρι που έφυγε από τη ζωή στις 30/12/2006. Τα βιώματα όμως του παρελθόντος κυριαρχούν μέσα του. Η ψυχή πλανάται ακόμα στο μεσαρίτικο κάμπο, στο πατρικό του σπίτι, στα δικά του πρόσωπα, στον κόσμο εκείνο τον αγνό, τον δουλευτή, τον γραφικό μέσα στις ιδιαιτερότητές του. Ήταν ένας απέραντος ζωγραφικός πίνακας, που ασκούσε ιδιαίτερη γοητεία σε όσους τον έζησαν. Ο κάμπος εκείνος έχει μια ψυχική προέκταση. Έγινε σύμβολο ζωής, πόλος έλξης, αλύγιστο εσωτερικό βίωμα, ιδίως μετά την τραγωδία του 1974.

Η νέα ποιητική συλλογή του Χρ. Χασάπη «Ακούρσευτες Καρκιές» που κυκλοφόρησε, (τριάντα τέσσερα χρόνια, μετά την έκδοση της πρώτης του συλλογής), είναι το αποκορύφωμα της ποιητικής του ωριμότητας. Από τότε μεσολάβησαν γεγονότα συγκλονιστικά που σημάδεψαν την ιστορική μοίρα της Κύπρου. Η Τουρκική εισβολή και ο ξεριζωμός του λαού, έγιναν το πικρότερο βίωμα του ποιητή, που ήταν τόσο βαθιά δεμένος με τη γη των προγόνων του. Τα συναισθήματά του θα μετουσιωθούν τώρα σε μια λυρική μεταρσίωση και μια εικονοπλαστική παρουσία, που αγγίζει τη χάρη του Δημοτικού τραγουδιού.

Θέλω νερόν του τόπου μου να πιω να ξιδιψάσω
τζι’ έναν κλωνίν ας εν ξερόν που κάτω του να πνάσω
μιαν πέτραν του προσσιέφαλον τζιαι μιαν πορκάν παλλούρες
να ππέφτω τζι’ ας μου σσιήζουσιν την πέτσαν λούρες λούρες.

Θέλω να δω ώσπου λαχτώ, τζι’ ο νους ώσπου κραθκιέται
της νύχτας το φεγγάριν του την ώραν που γεννιέται
άνενοιας να χασμουρηθώ τζιαι να ποτατσαρώσω
να τζιυλιστώ στο χώμαν του τη γην να νεκατώσω.

Να μυριστώ την άγνην της μιαν καλυφούν να στήσω
σκαμνιά αναδριτζιέτινα τζιαι τάβλαν ν’ αρκινήσω
τζι’ ας εύρω χαλαμαντουρκές, τζι’ ας έν ούλλα χαλάστρα
κανεί με τζαι ο νήλιος της, του ουρανού της τ’ άστρα.

Στην προσφυγιάν εστέρκωσα, σε σιέρισσα χωράφκια
όι κοντά σου μάνα μου να μεν κάμω παλάθκια,
στην ράσιην του χωμάτου σου πον’ οι παθκιές μου πάνω!
εν κάτι το αφύσικον μακρά σου να πεθάνω.

Στο θέλω κάμνω θέλησιν, στο θέλω δυναμώννω

δρατζιάζω με την σκέψιν σου, τζιαι στον Θεόν μας μώννω, μέραν καλή να μεν γευτώ τζιαι στο λαμπρόν να δώσω
λουμένος του κριμάτου σου αν μεν σε λευτερώσω.

Η θεματογραφία γύρω από την προσφυγιά και την κατάκτηση των εδαφών μας από τον Αττίλα, είναι μια καυτή πηγή έμπνευσης για τον ποιητή. Στο ποίημα «Εν οι ρίζες που μετρούν» (ένα από τα σημαντικότερα αυτού του κύκλου), η σύλληψή του είναι δυναμική, από την άποψη της καλλιτεχνικής φαντασίας. Το χωριό του ποιητή, η Λύση, προσωποποιείται, με τη μορφή μιας μυστηριώδους γυναίκας, που κάμνει διάλογο με τον ποιητή. Μέσα από εικόνες παραστατικές, δραματικές και πρωτότυπες, μέσα από τους σκελετούς των νεκρών που εγείρονται τες νύχτες κι αναζητούν τα δικά τους αγαπημένα πρόσωπα, που τώρα είναι άφαντα, μας υποβάλλει ο ποιητής ένα δέος μεταφυσικό, που αναδύεται από τα βάθη της ύπαρξης και του χρόνου, αξιολογώντας τον πανάρχαιο πόνο της γης, που έχασε ανθρώπους οι οποίοι μετέτρεψαν τα χώματά της σε πηγή ζωής, τους δημιουργούς που κράτησαν για αιώνες ζωντανή τη γη τους, «μητέρα και τροφό» τους αγνούς προλάτες που φύλαγαν τε ρίζες της ζωής και του πολιτισμού τους σαν κάτι το ιερό και υπερκόσμιο, σαν «Κιβωτό Διαθήκης» στην οποία φυλασσόταν η πανάρχαια Ιστορία της γης τους. Είναι μια δυνατή εικόνα που θυμίζει τον Προφήτη Ιεζεκιήλ.
Η προσωποποιημένη Λύση τελειώνει τον διάλογό της με τον ποιητή έτσι:

Μα κρατεί με μια ορπίδα, ως τον λυτρωμό να ζήσω,
ώσπου νάρτετε παιδκιά μου… στράφου πίσω να τους πεις
πως σας έχω για οπνάν μου τζι’ έττεν να με γονατίσουν
όσα βάρη με φορτώσουν, όσοι γρόνοι τζι’ αν δκιαβούν
οι Αττίλες μες τες ρίζες της καρκιάς μου έν θα ντζιήσουν
γιατί τούτες εν δικές σας τζι’ έν οι ρίζες που μετρούν.

Απόσπασμα από τον πρόλογο της ποιητικής συλλογής του Χ. Χασάπη «Ακούρσευτες Καρκιές» που έγραψε ο Γιώργος Λυσιώτης.