Γεννήθηκε στη Λύση στις 14 Αυγούστου το 1911. Γονείς του ο Κυριάκος Γιακουμή Χατζηξενή και Κουλλού Γρηγόρη Κατσούνα. Στις 25/9/41 παντρεύτηκε την Αλισαβού από την Κοντέα και από τον ευλογημένο αυτό γάμο απέκτησε 5 παιδιά την Κυριακού, τη Ζωούλα, την Πανίτσα τον Ανδρέα και το Χρυσόστομο. Έδωσε μαζί με τη σύζυγό του σωστή διαπαιδαγώγηση και ανατροφή σε συνθήκες πολύ δύσκολες με αποτέλεσμα ν΄αφήνουν σήμερα παιδιά και αρκετά εγγόνια επιτυχημένους στον τομέα της που κοσμούν την κοινωνία μας και τιμούν το όνομα και την καταγωγή τους. Αυτή ίσως είναι η μεγαλύτερη προσφορά του Γιακουμή στην πατρίδα μας.
Από τα εγγόνια του ένας, ο Χρίστος γιος της Κυριακούς και του Θεοκλή συνεχίζει την καλλιτεχνική παρακαταθήκη της οικογένειας καθώς είναι ιδρυτής και καλλιτεχνικός διευθυντής του μουσικού σχήματος «Εν φωναίς και Οργάνοις» και του Λαϊκού Ωδείου. Φαίνεται λοιπόν τα γονίδια δεν πήγαν χαμένα και υπάρχει συνέχεια.
Οι παλιοί Λυσιώτες τον θυμούνται από μικρό παιδί να τρέχει στους γάμους και να συμμετέχει σε κάθε είδους γιορτή ή πανηγύρι με αποκορύφωμα τη συμμετοχή του στις εκδηλώσεις του κατακλυσμού αρχικά στην Αμμόχωστο και αργότερα στη Λάρνακα. Στις εκδηλώσεις αυτές πήγαινε από τη Λύση με τα πόδια παρακαλώ και σ΄αυτές κέρδισε 19 πρώτα βραβεία και άλλα τόσα δεύτερα στο πιθκιαύλι και στο τσιάτισμα.
Η δύσκολη αλλά τόσο όμορφη ζωή του στη Λύση παρέα με τις κουέλλες του που σαν παιδιά του όπως λέει τις αγαπούσε, διακόπηκε βάναυσα το 1974 από τη βάρβαρη Τουρκική εισβολή και βρέθηκε πρόσφυγας με τα ρούχα που φορούσε μόνο στην Ξυλοτύμπου όπου έμεινε 6 χρόνια και στη συνέχεια στο συνοικισμό Καμάρες στη Λάρνακα όπου παρέμεινε μαζί με τις θύμισες και τον πόθο επιστροφής μέχρι το 1995 που πέθανε.
Φτωχός κτηνοτρόφος ο Γιακουμής Ατσίκκος δεν απουσίαζε από τους λαϊκούς αγώνες. Το 1933 στα Οκτωβριανά μαστιγώθηκε μαζί με άλλους χωριανούς από τους Άγγλους στην πλατεία της Λύσης για παραδειγματισμό.
Εκτός από τις 3 ποιητικές συλλογές και τα πολλά βραβεία στους Κατακλυσμούς και αλλού κορυφαίες επιτυχίες του μπορούν να θεωρηθούν η εκπροσώπηση του ΡΙΚ στην Ιαπωνία όπου μεταξύ 150 χωρών εξασφάλισε την πρώτη θέση για την Κύπρο καθώς και η εκπροσώπηση και πάλι του ΡΙΚ στην Αγγλία όπου σε διαγωνισμό ενόργανης μουσικής εκτέλεσης παραδοσιακών οργάνων κέρδισε το πρώτο βραβείο με το πιθκιαύλιν του.
Αν και πήρε ελάχιστη μόρφωση, είχε αρκετή ευφυϊα και οξυδέρκεια και ήταν πάντα ετοιμόλογος κάτι που του έκανε γοητευτικό και ελκυστικό σαν προσωπικότητα. Χαρακτηριστικά όταν κάποτε ο Κώστας Γεννάρης του ΡΙΚ τον ρώτησε: «Θκιέ Ατσίκκο ποια ήταν τα καλλίτερα σου χρόνια;» του απάντησε αμέσως «Τον τζιαιρόν που με τάϊζεν ο τζύρης μου».
Εγώ τον ήξερα βέβαια από πριν, αλλά τον γνώρισα προσωπικά το 1994 όταν σαν ερευνητής στο Κ.Ε.Ε. πήγα στο φτωχικό προσφυγικό του σπίτι εδώ στη Λάρνακα για να του πάρω συνέντευξη για το έργο του και για να μου μιλήσει γενικά για τη Λύση όπως εκείνος την έζησε από μικρό παιδί. Ένα χρόνο πριν το θάνατό του τον βρήκα ρυτιδωμένο, κυρτό, γερασμένο πικραμένο αλλά με ακμαίο ηθικό και αγέρωχη ψυχή. Φυσιογνωμία ευγενική, ήθος θαυμαστό παρουσιαστικό ευχάριστο και ωραίο, ένας πραγματικός «Κυπραίος» σύμβολο της Κυπριακής αγνότητας και ανθρωπιάς που στις μέρες μας πάει να χαθεί όπως χάθηκε και η παραδοσιακή βράκα που την εξέφραζε. Του πήρα συνέντευξη για το Αρχείο Προφορικής Παράδοσης» των κατεχομένων εδαφών μας κι εκεί τα θυμήθηκε όλα: τη Λύση τα τραγούδια του, τη ζωή του, τις κουέλλες του. Η συγκίνηση του μεγάλη και τα δάκρυα του βρύση.
Ήταν για μένα τύχη και ευτυχία και πραγματικά απόλαυσα τις ώρες που μιλούσαμε εκτός από την εξαιρετική φιλοξενία που μου πρόσφεραν μαζί με τη σύντροφο της ζωής του Ελισάβετ. Τελειώνοντας μου έδειξε πολλά ανέκδοτα ποιήματά του. Ήταν καταχωρημένα πρόχειρα και ακατάστατα σε κόλλες διάφορες και τετράδια. Μου εκμυστηρεύτηκε τον καημό του: «Επιθυμία μου πριν πεθάνω να εκδοθούν τα ανέκδοτα ποιήματά μου. Να τα δώ και μετά να πεθάνω». Αμέσως του υποσχέθηκα ότι θα τον βοηθήσω. Θυμούμαι ότι εκείνη τη στιγμή έκλαψε και με αγκάλιασε. Αποτέλεσμα αυτής της υπόσχεσης είναι αυτό το βιβλίο που σε συνεννόηση μαζί του το βαφτίσαμε «Η τελευταία μου κατάθεση». Ήταν επιθυμία του να το αφιερώσει στη γυναίκα του που για τόσα χρόναι είναι μαζί γι΄αυτό γράψαμε στην πρώτη σελίδα:
«Αφιερωμένο στην ακούραστη σύντροφο
της ζωής μου, τη γυναίκα μου ΕΛΙΣΑΒΕΤ
που μαζί ζήσαμε χρόνια ευτυχίας στη ΛΥΣΗ
και χρόνια δυστυχίας αλλά και καρτερίας
στην ΠΡΟΣΦΥΓΙΑ
Η τελευταία αυτή συλλογή εκδόθηκε το 1994 και το 1995 έφυγε από τη ζωή χωρίς να τα καταφέρει όπως και τόσοι άλλοι να πραγματοποιήσει το πόθο επιστροφής του στη ΛΥΣΗ. Ένα πόθο που τον εξέφρασε σε πολλά ποιήματα του.
«Εν πεθανίσκω καρτερώ
τούτη η ποινή να λήξει
να’ ρτει ειρήνη τζιαι χαρά
η στράτα μας ν΄ανοίξει
να πάμε πάλε στο βορκάν
πον τα δικά μας τα χωρκά
να μεν μας τρώει η πλήξη
ν΄ανθίσουν να μυρίσουσιν
τα φκιόρα της αυλής μας
πον ριζιμιά εν ζωντανά πον η μισή ζωή μας
Ήταν μεγάλη ικανοποίηση για μένα που προλάβαμε και δε θα ξεχάσω ποτέ τη συγκίνησή του όταν το είδε τυπωμένο και το κλάμα του όταν αρνήθηκα την αμοιβή που επέμενε να μου δώσει. Δέχτηκα όμως αρκετά πορτοκάλια, λεμόνια και μανταρίνια από το περιβόλι του γαμπρού του Θεόκλη και της κόρης του της Κυριακούς που με τιμούν με τη φιλία τους και εξακολουθώ να τρώω κάθε χρόνο, έτσι για να τον μνημονεύω.
Πέρα από τη συλλογή αυτή προηγήθηκαν άλλες 2 «Το φεγγάρι του Γεννάρη» που εκδόθηκε το 1985 με χορηγία του ΑΣΙΛ στην πρώτη σελίδα του οποίου διαβάζουμε:
«Ο Ατσίκκος είναι μια από τις γνήσιες λαϊκές μορφές. Η ίδια η ύπαρξή του είναι ζωντανή λαϊκή παράδοση. Γραφικός πάντα εξέφραζε τον κόσμο γύρω του. Στους γάμους με τα τσιατιστά, τους αμανέδες και τους χορούς του, στα χωράφια με το πιθκιαύλιν του, στις Εθνικές γιορτές με τα γεμάτα παλμό ποιήματά του, στην προσφυγιά με τον καημό του. Εκφράζει αυτό που νοιώθει, γι΄αυτό τραβά και πείθει. Είναι δημοφιλής γιατί απονήρευτα και με λαϊκή αφέλεια εκφράζει ένα κομμάτι του είναι μας».
Το 1986 εκδίδεται «Το ξερίζωμα» από τη Βιβλιοθήκη Κυπρίων Λαϊκών Ποιητών με την εκλεκτή επιμέλεια του Δρ. Κωνσταντίνου Γιαγκουλή που ιδιαίτερα τον αγαπούσε και τον βοήθησε να γίνει γνωστός σ΄όλη την Κύπρο.
Για το λόγο αυτό θέλοντας ο Γιακουμής Ατσίκκος να τον ευχαριστήσει γράφει ταπεινά στο Γιαγκουλή:
Είσαι άξιος επαίνον, που πασκίζεις, πολεμάς
Για τα έθιμα του τόπου π΄αγαπάς τζιαι εκτιμάς
Για να μείνουν στους αιώνες τζιαι αναδείγνεις μας τζιαι μας
Τούτα γράφω τζιαι κανεί με εννά μείνω ως δαμαί
Φκαριστώ σε που με σκέφτεις τζ΄αθθυμήθης με τζιαι με».
Είπα και πριν ότι ο Ατσίκκος είναι αξιοθαύμαστος αφού έκανε τόσα ενώ ήταν σχεδόν αγράμματος, αφού πήγε σχολείο μέχρι τη Γ΄ Δημοτικού και από μικρός ακολούθησε το επάγγελμα του βοσκού. Απλά και με περισσή μετριοφροσύνη γράφει:
«Είμαι στραός, αγράμματος κουλούτζιν εγ γαίζω
Μάχω ναν φως μες στη κκελλέν κοντά μου το τζιοιμίζω
δείγνει μου στράταν παρπατώ τζιαι βκαίνω τζιαι γυρίζω
με δίχως πέτρες τζιαι πηλόν δίχως αρκάτες κτίζω
σπίθκια κονάτζια ξώπρωτα μάλιμ μου που το ρίζω»
Με λίγες γνώσεις, αλλά με τις πλούσιες εμπειρίες της ζωής τη λαϊκή θυμοσοφία και το πλούσιο ταλέντο του μας έδωσε στίχους αριστουργηματικούς, ποιήματα αξίας με διδακτικό ύφος και ρεαλιστικότητα στα οποία φανερώνονται παραστατικότητα, περιγραφική ικανότητα και γλωσσικός πλούτος αξιοθαύμαστος.
Τα θέματα των ποιημάτων του είναι πολλά. Σημαντική θέση έχουν τα κοινωνικά όπου έχει την ευκαιρία να εκφράσει τον πόνο του φτωχού, να καταδικάσει την αδικία, την εκμετάλλευση και την κοινωνική ανισότητα. Γράφει στο ποίημα του «Ο ΠΠΑΡΑΣ».
Ππαρά ποιος σε πρωτόπλασε
που ναν’ καταραμένος
στην πίσσα τζιαι στην κόλαση
τζιει μέσα ναν’ χωσμένος
ππαρά χτίζεις, χαλάς τον κόσμο αναγείρνεις
κάμνεις πολέμους σκοτωμούς
τζιαι κλάματα κουρτίζεις
πολείς, γοράζεις πλάσματα
τα πάντα καταστρέφεις
πατρίδα πίστη τζιαι τιμή κάθε καλό ξιστρέφεις»
Για τη φτώσσια λέει:
«Φτώσια πού εγεννήθηκες ποιοι ήτουν οι γονιοί σου
ποιοί ήτουν οι δασκάλοι σου, ποια ήτουν η φυλή σου;
Τζιαι τζείνου ποννά ορκιστείς κατύσσιη της ζωής του
μέραν καλή πκιον εν θωρεί, κανεί σε πκιον κρεμμίστου»
Αρκετά ποιήματα αφιέρωσε στο επάγγελμα που τόσο αγάπησε και στο οποίο έμεινε πιστός σ΄όλη του τη ζωή.
Πόννα πεθάνω να’ρτετε να δείτε στο θαφκιό μου
Τες αίγες μου που νάρκουνται κλάμοντα ταπισώ μου
Τζιαι να σταθούν στον τάφον μου ούλες που πανωθκιόν μου.
Γροικώ τα καμπανέλια τους πό’βαλα στο λαιμό τους
Εν μουσική καθεαυτόν αυτού που κάτι το δικό τους
Τούτες μου θκιούν υπομονή κουράγιο τζιαι χω θάρρος
Τζιαι στέκω κόμα ζωντανός τζι΄εν μου κοντεύκει ο Χάρος
Πολλά ποιήματα του έχουν έντονο διδακτισμό με σαφή στόχο τη σωστή διαπαιδαγώγηση των νέων.
Εν η ζωή μας μια στιγμή όπως το παναϋριν
Γύρισ’ η μέρα εν έσιει βκιολιά, φωνές, σεύριν
Τζι αλληλοσκοτωνούμαστιν τζιαι εν κάμνουμεν χαϊριν
Θωρούν τα τζι εν πιστεύκουσιν οι νέοι να πασκίσουν
Να πιάσουν ούλοι μιαν στράταν, τα μίση να τ΄αφήσουν,
Αγάπη τζιη σαϊτιση νος τ΄άλλου τους να δώσουν
Να δκιώξουσιν κάθε κακόν, την Τζύπρον μας να σώσουν
Νάρτει η ώρα πον θα σιει όπλα να την νικήσουν
Τζι όσοι γεννιούνται πας στη γη καλοί, κάτζιοί να ζήσουν.
Οι Εθνικοί αγώνες και ιδιαίτερα η θυσία του Γρηγόρη Αυξεντίου δεν τον άφησαν ασυγκίνητο. Γράφει για τον Αυξεντίου
«Μαύρα ντυμένη σύλλουρη η Κύπρος δακρυσμένη
πουπανωθκιόν σου στέκεται ματζιελλοπληγωμένη
κλαίει απαρηόρητη η μαυροκαϋμένη
πόχασεν τέθκιον ήρωα τζ΄ακόμαν σκλαβωμένη
Ήσουν τζιε εν νάσαι ήρωας, της Κύπρου μας καμάριν
Της Λύσης ο τιμητικός, της λεφτεριάς χαπάριν.
Καθώς έζησε με Τουρκοκυπρίους με τους οποίους είχε πολύ καλές σχέσεις δεν παραλείπει να γράφει ποιήματα για την Ελληνοτουρκική φιλία.
Αθθυμούμαι τζειν τους γρόνους
Της ζωής μου τους καλούς
Που’ μουν φίλος με τους Τούρκους
Εν τους έξερα εχτρούς
Μες τα Κούκλια μέρα νύχτα
Το κουπάι μου τζιαι γιώ
Πάντα ετρώαμε αντάμα
Τζι΄έτσι παίρνει με το κλάμα
Πουν με φήνουν να τους δώ.
Πέντε γρόνους πον επήα
Όπως πριν στον καφενέν
Του Σμαήλη τζιαι να πκιούμε
Τζιείνος ήντα που λαλεί;
Όπως είναι φυσικό το μεγαλύτερο μέρος στις συλλογές του καταλαμβάνουν τα ποιήματα με θέματα τα βάσανα της προσφυγιάς και τον πόθο της επιστροφής.
Νάχα γαλάτες τζιαι φτερά
Να μπόρω να πετάξω
Να ξαναπάω έσσω μου
Τζιαμαί να γονατίσω
Τζιαι να δοξάσω το Θεό
Το χώμα να φιλήσω»
Βαρέθηκα την προσφυγιά θέλω να επιστρέψω
Στο σπίτι μου που καρτερά
Ν΄αγκαλιαστώ με τη χαρά
Να ξαναζωντανέψω»
Θέλω να πάω σπίτι μου να κάτσω στην αυλή μου
Να φάω τζιαι να πιώ πας στο παλιόν ταβλίμ μου
Εις τον οσσιόν της συκαμιάς σαν ήμουν μαθημένος
Η γνωριμία μας με το Γιακουμή Ατσίκκο θα ήταν λειψή και η εκδήλωση αυτή μνήμης θα τον αδικούσε, αν δε μιλούσαμε και για τα Ερωτικά του που είναι τόσο χαρακτηριστικά.
Ακούστε μερικά:
Τίποτες εν ισκέφτουμαι αν έρτ’ ο γρόνος πίσω
Σ΄ούλην την Κύπρον αστοσιά
Που την φιλώ εν χορτασιά
Τζι ευκάριστα ‘ν να ζήσω
Αν βκάλουν οι ελιές κρασίν τζιαι το σταφύλι λάιν
Αν ήξεραν’ η θάλασσα τζιαι φαίνεται σημάιν
Τότες τζι εγιώ ν να σ΄αρνηθώ αγάπη μου κολάιν
Είπουν της πιάσ’ με μισταρκόν
Κοντά σου με το γρόνο
Κι ένα φιλί καθέ πουρνό
Ναν’ ο μιστός μου μόνο
Εγιώ με τούτα έννα ζιώ
Φαήν να μεν γυρεύκω
Τζιαι να΄μαι πάντα σκλάβος σου
Έσσω σου να δουλεύκω
Κυρίες και κύριοι
Προσπάθησα να δώσω μια συνολική εικόνα του τιμώμενου λαϊκού ποιητή Γιακουμή Ατσίκκου. Ξέρω ότι είναι αδύνατο στα πλαίσια μιας εκδήλωσης να φωτίσεις όλες τις πλευρές. Ελπίζω όμως ότι με τις απαγγελίες που θ΄ακολουθήσουν και τα ηχογραφημένα ακούσματα που φύλαξαν τα παιδιά του η εικόνα θα συμπληρωθεί αρκετά.
Εγώ θα τελειώσω διαβάζοντας στα παιδιά και εγγόνια του Γιακουμή Ατσίκκου στίχους από ένα ποίημα που έγραψε για τον πατέρα του που και κείνος είχε 5 παιδιά και τέλος μ΄ένα ποίημα που νομίζω μας αγγίζει όλους και μοιάζει σαν παραγγελιά του ποιητή σε μας.
«Εψές είδα ναν όρωμα έστι σαν ετζοιμούμουν
πως μια φωνή εφώναξεν στον τάφον του τζηρού μου
θέλω τα πέντε μου παιδκιά δαμαί γυρόν μου να ρτουν
πον η καντήλα μου σβηστή τρεις γρόνους να την άφτουν».
Αν λάχει τζιαι πεθάνω δα τζι εσε΄ςι στη Λυσην πάτε
να μου τη τη σιαιρετήσετε
Τζιαι να την αρωτήσετε
αν κόμα μ΄αθθυμάται
Έσσω της εγεννήθηκα
Εξήντα δκυο γρονών εγίνηκα
με τα πολλά καλά της
Τότε αισθάνομουν χαρά
Αμμά μας πρόσφυγας τωρά
σύνορα μακριά της
Θεέ μου δώς μου πομονήν κουράγιον πέρκι ζήσω
στο σπίτι που γεννήθηκα τζιαι θέλω να γυρίσω
Την εκκλησιάν την όμορφη της Λύσης ν΄αντικρίσω
Ελεύθερος χαρούμενος να μπώ να προσσυνήσω.
Κυριάκος Μπαρρής
Φιλόλογος
Η ομιλία αυτή διαβάστηκε στο Φιλολογικό μνημόσυνο του Γιακουμή Ατσίκκου που έγινε στις 7/12/ στη προσωρινή έδρα του Δημαρχείου Λύσης τη Λάρνακα.