ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΤΗ ΛΥΣΗ
Στην καρδιά του Μεσαορίτικου κάμπου, στο κέντρο του τριγώνου των τριών επαρχιακών πόλεων Λευκωσίας – Αμμοχώστου – Λάρνακας και στο κέντρο του τετραγώνου τεσσάρων μικρών κοινοτήτων με αμιγείς Τούρκικους πληθυσμούς – όπως παρουσιάζονται στη νεώτερη ιστορία – Σίντα, Κούκλια, Πέργαμος, Άρσος (εδώ υπήρχαν και μερικές Ελληνικές οικογένειες) βρίσκεται το κεφαλοχώρι Λύση που η παράδοση το ιδρύει γύρω στο 1700 μ.Χ. και που στην επίσημη απογραφή του 1973 το παρουσιάζει με 4537 κατοίκους.
ΛΥΣΗ : ΜΙΑ ΠΗΓΗ ΚΑΙ ΜΙΑ ΠΛΗΓΗ
Η πνευματική και καλλιτεχνική παράδοση στη Λύση είναι ίσως μοναδική. Σε αναλογία πληθυσμού είναι μεγάλος ο αριθμός καλλιτεχνών και πνευματικών ανθρώπων που διακρίνονται και διαπρέπουν μέχρι σήμερα (1996) τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό. Ποιητές, στιχοπλόκοι, μουσικοί, ιεροψάλτες, συγγραφείς, λαϊκοί ποιητές, τραγουδιστές, λαϊκοί χορευτές, λαϊκοί οργανοπαίκτες, ζωγράφοι, γλύπτες, χαράκτες, εκπαιδευτικοί, μουσικοσυνθέτες, λαογράφοι, δημοσιογράφοι κ.ά. που η κατανόμασή τους και μόνο δε χωράει σε ένα σύντομο σημείωμα. Δεν μπορεί όμως να μη γίνει ιδιαίτερη ονομαστική αναφορά σε κορυφαίους που δεν βρίσκονται σήμερα στη ζωή όπως είναι :
Κοσμάς Λυσιώτης διακεκριμένος εκπαιδευτικός, Ξάνθος Λυσιώτης βραβευμένος ποιητής, Μελής Νικολαΐδης πεζογράφος, Κωνσταντίνος Τομπόλης εκπαιδευτικός-ιεροψάλτης, Κυριάκος Καψάλης διακεκριμένος βιολιστής, Γιάγκος Σουρουλλάς Μουσικός παιδαγωγός και μουσικοσυνθέτης, Παύλος Λιασίδης καταξιωμένος λαϊκός ποιητής, Παναγής Παντελή ποιητής, Χατζηκωνσταντής Παναγίδης διανοούμενος-δημοσιογράφος, Κυριάκος Χαπέσιης (Χάννουσεν) ποιητής-δημοσιογράφος, Κωνσταντίνος Ττομπούλας αυτοδίδακτος ζωγράφος-γλύπτης, Σάββας Ξυστούρης μελετητής-λαογράφος, Παναγής Χατζηγιάννης αυτοδίδακτος γλύπτης, Παναγής Χατζηιωνά θρησκευτικός παιδαγωγός, Αναστάσης Ξενή Καπαρή αυτοδίδακτος οργανοποιός, Αντώνης Κκάρας βιολάρης, Παναγής Ρούσος ταμπουράρης, Κυριάκος Ρούσος Γιάννακα λαουτάρης, Μιχαήλ Ματσάγγος (Σοφιανός) Πετρής Πέτας, Πέτρος Πέτσας, Παναγής Βερεσιές, Παναγής Θεόκλη (Αννούς) κ.ά. λαϊκοί χορευτές, Παναγής Χ΄΄Γιακουμή προύχοντας, Γιακουμής Ατσίκκος πιδκιαυλιστής-ποιητάρης, Κυριάκος Κοντός, Χαμπής Μηνά κ.ά. ποιητάρηδες.
Η Βυζαντινή μουσική στη Λύση δεν είναι, και δεν μπορεί να είναι απομονωμένο ξεχωριστό στοιχείο στην όλη ύπαρξη και πολιτιστική δημιουργία στο χωριό. Η Βυζαντινή μουσική με τη δική της οντότητα εντάσσεται μέσα στα γενικότερα πλαίσια μιας πλούσιας πνευματικής και καλλιτεχνικής καλλιέργειας που άνθισε και ευδοκίμησε από παλιά στο μεγαλοχώρι της Μεσαριάς, και που λόγοι πολλοί, διάφοροι και διαφορετικοί την επέβαλαν σαν μοναδική πολιτιστική ηγεμόνισσα, και άγρυπνη θεματοφύλακα της μετάδοσης στον τόπο μας.
Φυσικά είναι γνωστό ότι η ιστορία του πολιτισμού, είναι πάντα η ιστορία μερικών φωτισμένων ανθρώπων. Και η Λύση είχε και έχει να επιδείξει πολλούς τέτοιους φωτισμένους ανθρώπους.
Και αν είναι παραδεχτό ότι το οικονομικό υπόβαθρο ενός κοινωνικού συνόλου, – όπως φυσικά και άλλοι παράγοντες και προϋποθέσεις – συμβάλλουν θετική ή αρνητικά στη διαμόρφωση του όποιου επιπέδου, και του χαρακτήρα μιας ολόκληρης κοινότητας, η Λύση δεν θα μπορούσε ν’ αποτελέσει εξαίρεση στον κανόνα. Η σχετική ανθηρή οικονομική κατάσταση που επικρατούσε από πολύ παλιά στην κοινότητα, από την τεράστια σ’ έκταση καλλιεργήσιμη γη που προέρχεται από τους πολλούς αρχαίους οικισμούς που μετοίκησαν στη Λύση και που οι κάτοικοί τους, διατήρησαν την ιδιοκτησία της γης τους, αλλά ταυτόχρονα και η δεδομένη εργατικότητα των Λυσιωτών έχουν δίκαια δημιουργήσει ένα αίσθημα αυτοσιγουριάς με όλα τα ευεργετικά επακόλουθα. Έτσι η σχετική οικονομική άνεση που επικρατούσε, έδωσε την ευχέρεια σε ικανούς και εμπνευσμένους πνευματικούς δημιουργούς ν’ αφοσιωθούν απερίσπαστοι, στην έμφυτη κλίση τους και να δώσουν για την εποχή τους έργα σχετικά μεγάλα και σοβαρά. Φυσικά αυτό δεν είναι πάντα απόλυτο.
Η Βυζαντινή μουσική στη Λύση από την αρχή της ύπαρξής της ήταν συνδεδεμένη με τη γενικότερη θρησκευτική παιδεία, όπως και σ’ όλο τον Ελληνισμό. Τα πρώτα βιβλία – όπως είναι γνωστό – ήταν η οχτώηχος, το ψαλτήρι και ο Απόστολος.
Ο πρώτος δάσκαλος στη Λύση ήταν ο οικονόμος Χατζηπαπάγιαννης που δίδασκε στο σπίτι του τα εκκλησιαστικά γράμματα σε λίγους μαθητές που αγαπούσαν τα γράμματα και που σκόπευαν αργότερα να γίνουν παπάδες.
Το πρώτο Δημοτικό σχολείο στη Λύση λειτούργησε το 1830 – τη χρονιά της μεγάλης ανομβρίας στον τόπο – όταν ο πληθυσμός της ήταν μερικές εκατοντάδες ψυχές. Τη χρονιά ακριβώς εκείνη που άρχισαν να λειτουργούν Δημοτικά σχολεία, μόνο στις πόλεις. Το πρώτο αυτό σχολείο λειτούργησε σε μια αίθουσα που δωρήθηκε στην εκκλησία από την Αναστασία Χατζηπίτσιλλου από τη Λύση.
Όταν λειτούργησε το πρώτο αυτό σχολείο στη Λύση διορίστηκε δάσκαλος κάποιος Ξενής Χατζημιχαήλ ή Χατζηδάσκαλος ή Γεροδάσκαλος από το Καϊμακλί, που χωρίς να το επιδιώξει έπαιξε τόσο πρωτοποριακό ρόλο στη Βυζαντινή μουσική ανάπτυξη της Λύσης.
Ο πατέρας του Ξενή Χατζημιχαήλ ήταν ένα από τα θύματα των σφαγών της 9ης Ιουλίου που σφαγιάσθηκε από τους Τούρκους. Ο Ξενής τρομοκρατημένος για να γλιτώσει τη σφαγή λέγεται – χωρίς να είναι αποδειγμένο – ότι ασπάσθηκε τον Μωαμεθανισμό (ήταν άριστος γνώστης της Τουρκικής γλώσσας) έφυγε από την Κύπρο και ζήτησε καταφύγιο στην Αίγυπτο. Όταν ξαναγύρισε επέμενε να εγκατασταθεί σε χωριό που να μην υπάρχει κανένας Τούρκος. Και τέτοιο ήταν τότε η Λύση.
Στο σχολείο ο Χατζημιχαήλ δίδασκε τα εκκλησιαστικά γράμματα και χρησιμοποιούσε για βιβλία την οκτώηχο, το ψαλτήρι και τον Απόστολο. Ήταν όμως ταυτόχρονα άριστος γνώστης της Βυζαντινής μουσικής που τη δίδασκε μαζί με τα άλλα μαθήματα στους μαθητές του.
Δεν είναι εξακριβωμένο αν ο Ξενής Χατζημιχαήλ ήταν γνώστης και της παλιάς σημειογραφίας της εκκλησιαστικής μουσικής ή αν η διδασκαλία εγίνετο στη νέα γραφή. Αν όμως υπολογισθεί ότι η μεταγραφή από την παλιά στη νέα μέθοδο γραφής άρχισε μόλις το 1813 όπως είναι γνωστό από τους μεταρρυθμιστές και ερμηνευτές Χρύσανθον, Γρηγόριον και Χουρμούζιον και συμπληρώθηκε γύρω στο 1821, τότε είναι σχεδόν βέβαιο ότι όταν ο Χατζηδάσκαλος άρχισε να διδάσκει στη Λύση τη Βυζαντινή μουσική το 1830 ήταν κάτοχος και γνώστης και της παλιάς μουσικής γραφής και δίδαξε όμως με το νέο σύστημα. Αφού στο μεταξύ έγινε γνωστή η «σχολή» αυτή της Βυζαντινής Μουσικής στη Λύση άρχισαν να έρχονται μαθητές και από τα περίχωρα και ακόμα και από την Αμμόχωστο. Και έγινε έτσι η Λύση κέντρο γραμμάτων και Βυζαντινής Μουσικής παράδοση που συνεχίζεται μέχρι σήμερα (1996). Ο Γενάρχης αυτός της Βυζαντινής Μουσικής παράδοσης στη Λύση δίδαξε και έψαλλε ταυτόχρονα στην εκκλησία του χωριού για 40 χρόνια μέχρι το 1870 που πέθανε και τάφηκε στη Λύση. Αν υπολογισθεί ότι η εκκλησία της Παναγίας της Λύσης άρχισε να κτίζεται το 1888 τότε ο Χατζημιχαήλ έψαλλε στη μικρή εκκλησία του Μοναστηριού του Προφήτη Ηλία που ήταν ακριβώς στον ίδιο χώρο με τη σημερινή μεγάλη εκκλησία της Παναγίας.
Διάδοχος και κληρονόμος της προσφοράς του Ξενή Χατζημιχαήλ μετά το θάνατο του διορίστηκε ιεροψάλτης ο μαθητής του Χατζηδημήτρης Χατζηπετρής από τη Λύση που γεννήθηκε το 185. Ήταν πατέρας των δύο αδελφών παπάδων της Λύσης του Παπαδημήτρη και του Παπαπέτρου. Ο Χατζηδημήτρης έψαλλε για πολλά χρόνια και ταυτόχρονα δίδασκε Βυζαντινή μουσική σε πολλούς νέους του χωριού. Και όταν γέρος πια και σωματικά ανίκανος – γιατί για κάποια πάθηση που είχε του αποκόπηκε το ένα του πόδι – τον μετέφεραν στην εκκλησία για να ψάλλει, καβάλα σε ζώο.
Τον Χατζηδημήτρη διαδέχθηκε αργότερα στο δεξιό ψαλτικό στασίδι ο Παπαγιάννης χωρίς να διορισθεί ούτε να πληρωθεί ποτέ.
Και τον Παπαγιάννη διαδέχεται ο αδελφός του Χατζηκώνσταντος ή Χατζιηκατσούρης πατέρας του Παπαευθυμίου. Διορισμένος ψάλτης έψαλλε για πολλά χρόνια και μετά το θάνατό του τον αντικατέστησε ο Λοϊζής Γιωρκή Βόρτου μαθητής του Χατζηδημήτρη που ήταν διορισμένος αριστερός του Χατζιαναστάση.
Τον Λοϊζή διαδέχεται στη συνέχεια ο Χατζιφτύμιος.
Πρέπει να ειπωθεί ότι όλοι οι πιο πάνω ιεροψάλτες εκτός του Χατζηδημήτρη αν και δεν ήταν άρτια καταρτισμένοι, έψαλλαν με πολύ σωστό εκκλησιαστικό ύφος και είχαν ακόμα και αρκετούς μαθητές. Είναι όμως άγνωστο τι δίδασκαν στους μαθητές τους.
Συνεχιστές άξιοι τους προηγούμενους ιεροψάλτες στη Λύση ήταν :
Ο Βασίλης (Παπαβασίλης) χειροτονήθηκε αργότερα παπάς στην εκκλησία του Αγίου Λαζάρου και εγκαταστάθηκε στη Λάρνακα. Παράδοση λέει ότι υπηρέτησε για 40 μέρες μόνο γιατί, χαλαρή και ανεξακρίβωτη πληροφορία, λέει ότι για άγνωστους λόγους κάποιοι τον δηλητηρίασαν και απέθανε. Η αυθεντικότητα όμως αυτής της διάδοσης που κυκλοφορούσε τότε στη Λύση, δεν αντέχει στο μικροσκόπιο της έρευνας. Στο ληξιαρχείο βαπτίσεων του Ιερού Ναού Αγίου Λαζάρου Λάρνακας καταφαίνεται ότι ο Παπαβασίλειος υπόγραψε την πρώτη τελετή βάπτισης που πραγματοποίησε στις 12/4/1880, και την τελευταία στις 5/7/1903 και αυτό μαρτυρά ότι ο Παπαβασίλης υπηρέτησε στην εκκλησία Αγίου Λαζάρου Λάρνακας τουλάχιστον για 23 χρόνια.
Τον διαδέχτηκε στην ιεροψαλτική θέση στη Λύση ο Γληόρης (Παπαγληόρης) 1843-1913 που χειροτονήθηκε κι αυτός και μετοίκησε στη Λάρνακα στην ίδια εκκλησία. Στο ίδιο ληξιαρχείο υπάρχει η υπογραφή του Παπαγληόρη που υπόγραψε την πρώτη τελετή βάπτισης στις 10/11/1868 και την τελευταία 26/10/1904. Υπηρέτησε για πολλά χρόνια μέχρι που τυφλώθηκε και εξασκούσε μόνο το λειτούργημα του εξομολογητή. Ήταν γνωστός με το επίθετο Παπαλυσιώτης. Είναι πατέρας του γνωστού Λυσιώτη εκπαιδευτικού Κοσμά Λυσιώτη. Ο γνωστός στο πανελλήνιο πεζογράφος Μελής Νικολαΐδης είναι εγγονός του Παπαγληόρη (Παπαλυσιώτη).
Τον Παπαγληόρη διαδέχτηκαν στη συνέχεια σαν ιεροψάλτες ο Παπασταυρής, στη συνέχεια ο Παπαδημήτρης και ο γιος του Γιάγκος (Γιαγκουλής) και μετά το Ευθύμιος Χατζιαναστάσης που χειροτονήθηκε στη συνέχεια κι έγινε παπάς στη Λύση (Παπαφτύμιος). Τον διαδέχτηκε ο γιος του Κωνσταντής και τούτον ο Ματθαίος Λαμπή Χατζηδκιάκου.
Από δω αρχίζει πια μια σημαντική νέα περίοδος της ανάπτυξης της Βυζαντινής μουσικής στη Λύση με μουσικά καταρτισμένους νέους του χωριού.
Άξιος συνεχιστής του έργου του γενάρχη Ξενή Χατζημιχαήλ ήταν ο εκπαιδευτικός Κωνσταντίνος Τομπόλης. Γεννήθηκε στη Λύση το 1885. Πατέρας του ο Ηλίας του Ττομπουλή επιλεγόμενος Παπποηλίας που επαγγέλετο τον σακκά και μητέρα του η Αρκυρή.
Η προσφορά του Τομπόλη στο κεφάλαιο «Βυζαντική μουσική στη Λύση», ήταν τεράστια γιατί πρώτη φορά μετά το 1870 τέθηκε η διδασκαλία της σε σωστή βάση τόσο στις γνώσεις όσο και στον τρόπο διδασκαλίας της.
Τη Βυζαντινή μουσική ο Τομπόλης διδάχτηκε από τον Παπακωνσταντή Γεωργίου Χατζήπαπα από την Κοντέα.
Για τη γενικότερη γνωριμία της ανάπτυξης της Βυζαντινής μουσικής στη Λύση ίσως είναι απαραίτητη μια σύντομη αναφορά στη ζωή αυτού του δασκάλου, του Παπακωνσταντή που γεννήθηκε το 1840 στην Κοντέα.
Τη χρονιά της μεγάλης φτώχειας στην Κύπρο από την ανομβρία του 1870 ο Κωνσταντής Γεωργίου Χατζήπαπα νυμφέυτηκε στη Λύση με κόρη του Κογγοττή. Από το γάμο αυτό απέκτησε δύο παιδιά. Μέσα όμως σ’ αυτή τη φτώχεια και τη δυστυχία, ο Κωνσταντής παρ’ όλες τις προσπάθειες του, στάθηκε αδύνατο να μπορέσει να θρέψει την οικογένειά του και αναγκάστηκε να ξενιτευτεί. Σε ηλικία 30 χρόνων έφυγε μετανάστης από το χωριό του, από την Κύπρο και πήγε στη Σμύρνη να συναντήσει τον αδελφό του που βρισκόταν από χρόνια εκεί, τον ιερομόναχο Μελέτιο. Τη γυναίκα και τα παιδιά του ο Κωνσταντής τα άφησε στη Λύση. Ο Μελέτιος καλοδέχτηκε τον αδελφό του. Τον βοήθησε οικονομικά. Του βρήκε δουλειά και ταυτόχρονα φρόντισε για τη μόρφωσή του. Σαν καλλίφωνος που ήταν τον πήρε μαζί του και παρακολουθούσαν και οι δύο μαθήματα Βυζαντινής μουσικής στο μεγάλο δάσκαλο-μελωποιό Νικόλαο Γεωργίου πρωτοψάλτη Σμύρνης. Ο Νικόλαος Πρωτοψάλτης Σμύρνης όπως είναι ιστορικά γνωστό και παραδεκτό, ήταν ο επαναστατικός μεταρρυθμιστικός καινοτόμος συνθέτης μελωποιός που άνοιξε νέο χωρίς εμπόδια δρόμο στη μελωποιΐα εκκλησιαστικών ύμνων με τα απαραίτητα για τους μελετητές μουσικούς μεγαλουργήματά του.
Οι δυο Κύπριοι αδελφοί μαθητές διδάχτηκαν πολύ καλά τη Βυζαντινή μουσική και το σωστό εκκλησιαστικό Πατριαρχικό ύφος. Το Σμυρναίικο εκείνο ύφος που μας κληροδότησαν οι πρωτοψάλτες Σμύρνης μελωποιοί Νικόλαος, Θεόδωρος Φωκαεύς, Μισαηλίδης κ.ά.
Μέχρι όμως να επιστρέψει ο Κωνσταντής στην Κύπρο ύστερα από 6 χρόνια, τα παιδιά του πέθαναν από τις κακουχίες και την πείνα. Βρήκε μόνη τη Λυσιώτισσα γυναίκα του στη Λύση. Ξανάφτιαξαν τη ζωής τους και απόκτησαν άλλα δύο παιδιά.
Το 1885 τη χρονιά που γεννήθηκε ο Τομπόλης, ο Κωνσταντής χειροτονήθηκε παπάς στην Κοντέα από τον Αρχιεπίσκοπο Σωφρόνιο. Αργότερα επέστρεψε κι ο αδελφός του ιερομόναχος Μελέτιος από τη Σμύρνη, έζησε αθόρυβα μέχρι που πέθανε και τάφηκε στην Κοντέα. Ο τάφος του βρίσκεται μέχρι σήμερα στα θεμέλια της εκκλησίας του Αγίου Χαραλάμπους στο σημείο που βρίσκεται η αριστερή χοροστασία.
Ο Παπακωνσταντής σαν άριστος πια γνώστης της Βυζαντινής μουσικής και φορέας σωστού εκκλησιαστικού ύφους, και από τους πρωτεργάτες της νέας γραφής, απόκτησε μεγάλη φήμη στην Κύπρο αφού στο μεταξύ διορίστηκε και δημοδιδάσκαλος στο χωριό του, μέχρι το 1890. Υπάρχουν χειρόγραφα με αξιόλογες συνθέσεις του «Άξιος εστί» χερουβικά και κοινωνικά. Πέθανε τον Απρίλη του 1922 σε ηλικία 82 χρόνων.
λοί μαθητές από τα περίχωρα διδάχτηκαν από τον Παπακωνσταντή τη Βυζαντινή μουσική. Μαζί μ’ αυτούς και ο Κωνσταντίνος Τομπόλης που όπως ήταν φυσικό διδάκτηκε μαζί με τη μουσική, και το απαράμιλλο Σμυρναίικο εκκλησιαστικό ύφος που αργότερα ο Τομπόλης μετάδωσε σ’ όλους τους μαθητές του, και αυτοί με τη σειρά τους στους δικούς τους μαθητές.
Αργότερα μετά από τα μαθήματα που πήρε από τον Παπακωνσταντή ο Τομπόλης παρακολούθησε μαθήματα Βυζαντινής μουσικής κοντά στον Κλεάνθη Μεσολογγίτη πρωτοψάλτη στην εκκλησία Αγίου Λαζάρου στη Λάρνακα, και σχεδόν αμέσως διορίστηκε αριστερός ιεροψάλτης στην εκκλησία Αγίου Αντωνίου στη Λευκωσία.
Το 1908 διορίστηκε ιεροψάλτης στην εκκλησία της Παναγίας στη Λύση αφού διαδέχτηκε τον Ευθύμιο Χατζιαναστάση και το γιο του Κωνσταντή με αριστερό τον Πετρή Χατζηδημήτρη τον αργότερα Παπάπετρο που έμαθε τη μουσική από τον Παπαευθύμιο και αργότερα από το Μεσολογγίτη.
Το 1920 ο Τομπόλης διορίστηκε καθηγητής μουσικής στο Παγκύπριο Ιεροδιδασκαλείο και Παγκύπριο Λύκειο και εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Λάρνακα. Ταυτόχρονα διορίζεται δεξιός ψάλτης στην εκκλησία του Σωτήρος στη Μητρόπολη Κιτίου.
Το 1926 διορίζεται αριστερός ιεροψάλτης στην εκκλησία Αγίυο Λαζάρου Λάρνακας με διό τον πρωτοψάλτη και δάσκαλο του Κλεάνθη Μεσολογγίτη που όταν για λόγους ηλικίας αποχώρησε το 1932 τη θέση του πήρε ο Τομπόλης που την κράτησε μέχρι το 1953. ο Τομπόλης δίδαξε σε πολλούς τη Βυζαντινή μουσική που μεταξύ τους ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Λεόντιος και ο Μητροπολίτης Κιτίου Νικόδημος Μυλωνάς.
Με φροντίδα του γιου του Σώζου, ο Τομπόλης εξέδωσε το 1939 μουσική συλλογή με τίτλο «Σχολικά άσματα». Πέθανε στη Λάρνακα το 1957 σε ηλικία 72 χρόνων και τάφηκε από δική του επιθυμία στο χωριό του τη Λύση.
Στη Λύση ο Τομπόλης δίδαξε σε πολλούς τη Βυζαντινή μουσική και ανάδειξε σαν βοηθούς του ή αριστερούς του ιεροψάλτες γνωστά ονόματα της Λύσης και των περιχώρων όπως !
Γιάγκος Σουρουλλά
Μιχαήλ Ήλης
Κυριάκος Κωστή Χατζηπετρή (Κωστέα)
Μιχαήλ Παπάσταυρη
Παναγής Βερεσιές
Κωνσταντής Κουσιάππα
Δημήτρης Παναγή (Σιημητράς)
Μηνάς Λαμπή Τρεμετουσιά
Κυριάκος Γεωργίου αργότερα Παπακυριάκος
στην εκκλησία Αγίας Ζώνης Αμμοχώστου
Πέτρος Παπακωνσταντίνου Αθηαίνου
κ.ά.
Ο σημαντικότερος ίσως μαθητής του Τομπόλη στη Λύση που για όλους τους Λυσιώτες αποτελεί τη συνισταμένη του μουσικού παιδαγωγού, του εμπνευσμένου συνθέτη, του μειλίχιου καθοδηγητή, του πρωτοπόρου δημιουργού, του Ανθρώπου, είναι ο Γιάγκος Σουρουλλάς. (Εκτενέστερα για το Γ. Σουρουλλά, στο σύντομο βιογραφικό του).
Το έργο του Τομπόλη και ίσως περισσότερο του Σουρουλλά ακόμα δεν αξιολογήθηκε σωστά, και δεν αξιοποιήθηκε όσο του αξίζει. Αλλά και χωρίς αυτό δεν παύει να υπάρχει, να πλανάται από γενιά σε γενιά, μεγαλύνοντας το μουσικό στερέωμα της Λύσης, που τόσοι Βυζαντινομουσικοί μύστες λάμπρυναν το όνομά της σαν ιεροψάλτες τόσο στην κοινότητα όσο και σε πολλές άλλες κοινότητες και πόλεις της Κύπρου.
Αλλά η κυριώτερη ίσως προσφορά αυτών των δύο φωτισμένων, δασκάλου και μαθητή, δεν περιορίζεται μόνο στη διδασκαλία της μουσικής, αλλά στο γεγονός ότι μέσω αυτής της προσπάθειας έχει καλλιεργηθεί και αναπτυχθεί στους Λυσιώτες ένα αυστηρό κριτήριο και μια καλλιτεχνική ευαισθησία που ίσως δεν βρίσκεται σε άλλο χωριό της Κύπρου.
Μια άλλη τεράστιας σημασίας συμβολή της Βυζαντινομουσικής παιδείας στη Λύση, που αποτελεί σημείο ευρύτερης μελέτης, είναι η αυτοκαλλιέργεια σχεδόν σ’ όλους του Λυσιώτες μουσικής συνείδησης και ευαισθησίας τέτοιας, που τη συνταύτισαν με τη μουσική λαογραφία. Είναι παρατηρημένο ότι σ’ όλα τα ατομικά μουσικά ακούσματα στη Λύση, τους αμανέδες, τα Δημοτικά τραγούδια, τα τσιαττιστά, τα μοιρολόγια, τα τραγούδια του γάμου, τα νανουρίσματα και τα όποια τραγούδια του καθημερινού βίου, οι εκτελεστές Λυσιώτες χωρίς ενσυνείδητα να το επιδιώξουν, ασυναίσθητα και ανεπαίσθητα, διοχετεύουν μέσα τους τη Βυζαντινή μουσική τόσο στις κλίμακες, όσο και στο ύφος και τις έλξεις των φθόγγων. Και καταμαρτυρείται έτσι ότι η Βυζαντινή μουσική για τη Λύση και τους Λυσιώτες, είναι τρόπος πολιτιστικής ζωής, είναι ένα απόκτημα πνευματικό και ιερό, ένα κειμήλιο πολύτιμο που το σέβονται με ιδιαίτερη αφοσίωση, και δίκαιη περηφάνια.
Ίσως όμως προβληθεί ο ισχυρισμός και υποβληθεί η διαπίστωση ότι και στις δύο ιστορικές περιόδους που η Βυζαντινή μουσική στη Λύση έκανε τα πρώτα της βήματα το 1830 με το Ξενή Χατζημιχαήλ και αργότερα με την επίδραση που έφερε η διδασκαλία μουσικής του Παπακωνσταντή Γεωργίου στη δεκαετία του 1900, πρωταγωνιστές, πρωτοστάτες και στυλοβάτες δεν ήταν Λυσιώτες, αλλά κατάγονταν ο πρώτος από το Καϊμακλί και ο δεύτερος από την Κοντέα. Αυτό τυπικά είναι σωστό. Όμως αυτοί οι πρωτομάστορες της Βυζαντινής μουσικής ήταν οι μεταλαμπαδιστές που έδωσαν στη Λύση τη μουσική δάδα όπως την παράδωσαν και σε πολλές άλλες κοινότητες σε άτομα και ομάδες. Όμως πουθενά δεν αναφέρεται ότι κάποιοι άλλοι μαθητές τους διέπρεψαν στην προσπάθεια να σκυταλοδρομήσουν αυτό το φως, και να το παραδώσουν στον κοινωνικό προορισμό του, για να γίνει κτήμα των πολλών. Έπεσε ο σπόρος «… έπεσεν εις την γην την αγαθήν και φυέν εποίησε καρπόν εκατονταπλασίονα…» και οι Λυσιώτες πήραν αυτό το σπόρο, τον έσπειραν ξανά σε γην και πάλιν «αγαθήν» τον καλλιέργησαν και βλάστησε, άνθισε, καρποφόρησε και κατακυρίευσε τη Λύση, την περιοχή και πολλές άλλες περιοχές στην Κύπρο. Και βλέπουμε σήμερα το μεγαλειώδες φαινόμενο που ίσως δεν εκτιμήθηκε όσο έπρεπε και δεν του δόθηκε μέχρι σήμερα καμιά ιδιαίτερα σημασία. Να υπάρχει σήμερα στη Λύση (το 1996) ύστερα από 166 ολόκληρα χρόνια ένα κλίμα όποιας μουσικής ευφορίας, αφοσίωσης και αγάπης σ’ αυτό τον ατίμητο πνευματικό θησαυρό που αναμφίβολα ανεβάζει και καλλιεργεί το πολιτιστικό επίπεδο της κοινότητας και των ατόμων που την αποτελούν. Μιας κοινότητας που ξέρει να εκτιμά τις πνευματικές αξίες από όποιον κι από όπου κι αν προέρχονται.
Ευχαριστούμε και τιμούμε τους πνευματικούς πρωτεργάτες από όπου κι αν κατάγονται, αλλά ευγνωμονούμε και τους συνεχιστές αυτής της παράδοσης που δεν υπάρχει αντίκρισμα να την παραβγεί.
Δεν θα ήταν άσχετο με το θέμα : «Η Βυζαντινή μουσική στη Λύση» αν γίνει μια ιδιαίτερη αναφορά για ένα ειδικό εκκλησιαστικό ύμνο, που έχει άμεση σχέση με τη Λύση. Πρόκειται για τον ανεπίγραφο Αναστάσιμο ύμνο της ενάτης ώρας του Πάσχα, που πιθανός ποιητής του θεωρείται ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Ο ύμνος αναγιγνώσκεται την Κυριακή του Πάσχα μετά την έκτη ωδή του κανόνα της Αναστάσεως, που η πρώτη παράγραφος αποτελεί το δεύτερο αναστάσιμο των Αίνων του Βαρύ ήχου. Είναι ο ύμνος «Ανάστασιν Χριστούν θεασάμενοι…». Ο ύμνος αυτός στη Λύση δεν αναγιγνώσκεται, αλλά την Κυριακή του Πάσχα και μόνο, ψάλλετε μεγαλοπρεπώς σε ήχο Βαρύ. Γιατί άραγε;
Προσπαθήσαμε από χρόνια να βρούμε την απάντηση. Από προσωπικές μελέτες και έρευνες που έγιναν σ’ όλα σχεδόν τα μοναστήρια και τις εκκλησίες, σε χωριά και πόλεις της Κύπρου και πολλές στην Ελλάδα. Σ’ όλα τα μοναστήρια στα Μετέωρα της Ελλάδας, σε πολλές εκκλησίες και μονές στους Αγίους Τόπους, και στα περισσότερα μοναστήρια του Αγίου Όρους, αποκαλύφθηκε ότι πουθενά δεν ψάλλετε ο ύμνος αυτός. Το συμπέρασμα που βγαίνει είναι πολύ σημαντικό. Ή αυτός ο ύμνος εψάλλετο παλιά στις ορθόδοξες εκκλησίες στη Σμύρνη, και μέσω του Νικολάου Πρωτοψάλτου Σμύρνης διοχετεύτηκε από το μαθητή του Παπακωνσταντή, στον Τομπόλη και από τον Τομπόλη στον Σουρουλλά, ή ήταν δημιούργημα του Τομπόλη ή του Σουρουλλά που παρέμεινε μέχρι σήμερα και ψάλλετε μόνο στη Λύση και στην Κοντέα. Αν είναι το πρώτο είναι τιμή μας που «φέραμε» το Νικόλαο Πρωτοψάλτη Σμύρνης στη Λύση. Αν είναι το δεύτερο, τιμή σ’ αυτούς που μας έδωσαν αυτό το μουσικό αξιόλογο δημιούργημα που θα παραμείνει στη Λύση σαν ζωντανό ιερό πνευματικό προσκύνημα.
Πάντα είναι καιρός για τους Λυσιώτες, ιδιαίτερα τώρα μετά τον εκτοπισμό τους, να γίνει προσπάθεια να καταγραφούν τα ονόματα όλων των Λυσιωτών ιερέων και ιεροψαλτών από την εποχή της ίδρυσης της κοινότητας, όπως και όλων όσων ασχολήθηκαν με τη Βυζαντινή μουσική. Και να καθιερωθεί ένα ετήσιο ονομαστικό μνημόσυνο και ακόμα κάποια τιμητική εκδήλωση και μια ειδική έκδοση βιβλίου γι’ αυτούς όλους, για να τιμηθούν αυτοί που τίμησαν τη Λύση. Για να γίνει το έργο τους γνωστό, κι άμποτε να θελήσουν να τους μιμηθούν οι νέες που θαρθούν γενιές, για να μη μείνει η σκυτάλη στη μέση του δρόμου. Είναι κρίμα για τη Λύση. Είναι απώλεια για την Κύπρο. Να συνεχιστεί απρόσκοπτα τούτο το έργο του πολιτισμού και να παραμείνει στη Λύση η παράδοση της ανάπτυξης και προβολής της Βυζαντινής μουσικής. Το αξίζει!…