ΓΙΑΓΚΟΣ ΚΑΛΛΗ ΣΟΥΡΟΥΛΛΑΣ
Σύντομο βιογραφικό
Από τις πρώτες και σημαντικότερες οικογένειες που κατοίκησαν στη Λύση γύρω στο 1700 ήταν η οικογένεια τους Πελεκάνους. Γενάρχης ο Κυριάκος Πελεκάνος. Όπως σημειώνει ο Λυσιώτης λαογράφος Σάββας Ξυστούρης «… οι απόγονοι του Πελεκάνου ήταν άνθρωποι φιλήσυχοι και φίλεργοι…»
Γιος του Πελεκάνου ήταν και ο Γιαννής. Ο βοσκός που με τη φιλεργατικότητα του απόκτησε μεγάλο κοπάδι από πρόβατα. Και ο μεγάλος αριθμός προβάτων σ’ ένα κοπάδι έπαιρνε ταυτόχρονα το επίθετο «Σουρί…». Έτσι ο Γιαννής που είχε το μεγαλύτερο «Σουρί» πήρε και το επίθετο «Σουρουλλάς» που έμελλε να το κληρονομήσουν με περηφάνια οι απόγονοί του.
Γιος του Γιαννή του Σουρουλλά ήταν ο Καλλής που νυμφεύτηκε την Παναγιωτού του Παπαμιχαήλ ή Πρωτόπαπα. Ο πρωτότοκος γιος τους ήρθε το 1894 και πήρε και το όνομα του παππού του Γιαννής = Γιάγκος Καλλή Σουρουλλάς. Τα παιδιά της οικογένειας του Καλλή του Σουρουλλά ήταν:
Γιάγκος:1894
Μιχαήλ:1896
Ττοφής:1898
Γιωρκής:1900
Μαριτσού:1903
Δημήτρης:1906
Κατερίνα:1908
Ελένη:1911
Και τότε οι κάτοικοι της Λύσης ήταν γύρω στα χίλια πρόσωπα.
Ο Καλλής του Γιαννή του Σουρουλλά ακολούθησε το επάγγελμα του πατέρα του. Έγινε βοσκός στα βοσκολιβάδια της Αγλάσυκας. Και βοσκό ήθελε και το γιο του το Γιάγκο που τον έβαλε πολύ νωρίς στη δουλειά, στο κοπάδι, έστω κι αν ήταν μαθητούδι στο Δημοτικό Σχολείο. Η μάνα του Γιάγκου όμως η Παναγιωτού του Πρωτόπαπα – Παπαμιχαήλ είχε άλλα όνειρα. Προόριζε το καλλίφωνο πρωτοπαίδι της να γίνει παπάς του χωριού όπως ήταν κι ο πατέρας της. Και σαν πρώτο βήμα ήθελε να τον στείλει να μάθει «μουσικά». Και ο Γιάγκος δέχτηκε ευχάριστα το θέλημα της μάνας του. Κι έτσι δούλευε στο κοπάδι, πήγαινε στο Δημοτικό Σχολείο, και τα βράδια στον Παπασταυρή, και τον ξάδελφό του Γιάγκο Παπαδημήτρη – που και οι δυο τους δεν ήταν και καλοί γνώστες της Βυζαντινής μουσικής – για να μάθει τη ψαλτική τέχνη. Σαν τέλειωσε το Δημοτικό Σχολείο μπήκε στη βιοπάλη. Πήγε μαθητούδι στον Φιλιππή Παπαδημήτρη να γίνει μαραγκός.
Ήταν η σημαδιακή εποχή του 1908 που στη Λύση διορίστηκε δάσκαλος στο σχολείο του χωριού ο νεαρός Λυσιώτης Κωνσταντινός Τομπόλης σε ηλικία 23 χρονών, και που διορίστηκε ταυτόχρονα δεξιός ιεροψάλτης στην εκκλησίας της Παναγίας Λύσης. Και σαν καλός γνώστης της Βυζαντινής μουσικής που ήταν άρχισε να διδάσκει τη μουσική στο σχολείο και στο σπίτι του σε πολλά Λυσιωτόπουλλα και άλλα των περιχώρων.
Ο Γιάγκος δεν χάνει την ευκαιρία. Πάει κοντά του και αρχίζει συστηματικά μαθήματα Βυζαντινής μουσικής παρόλο που ο δάσκαλος του ήταν μόνο κατά εννιά χρόνια μεγαλύτερος. Εδώ ο Γιάγκος από την πρώτη μέρα βρήκε το στοιχείο του. Γρήγορα ξεχώρισε από όλους τους άλλους συμμαθητές του, και βοηθούσε ταυτόχρονα το δάσκαλό του, και στη διδασκαλία και στο ψάλσιμο στην εκκλησία.
1912: Μέσα στην έντονη αυτή τετράχρονη μουσική περίοδο της ζωής του αποφασίζει και την προσωπική οικογενειακή του αποκατάσταση. Αρραβωνιάζεται σε ηλικία 18 χρονών τη γειτονοπούλα του Λαμπού Κωνσταντή Κουσιάππα και ύστερα από 4 χρόνια σε ηλικία 22 χρονών διορίζεται υπεύθυνος αριστερός ιεροψάλτης με δεξιό το δάσκαλο του Τομπόλη και με βοηθούς τους συμμαθητές του Δημήτρη Παναγή Θεοκλή (Σιημητρά),Μιχαήλ Ήλη και Κυριάκο Κωστή Χατζηπετρή (Κωστέα).Όταν το 1917 ο Τομπόλης φεύγει από τη Λύση γιατί διορίστηκε καθηγητής μουσικής στο «Παγκύπριο Ιεροδιδασκαλείο» κι εγκαταστάθηκε στη Λάρνακα, στη θέση του στη δεξιά χοροστασία, η εκκλησιαστική επιτροπή με πρόεδρο το Δημήτρη Μηλιώτη, διορίζει το Γιάγκο με βοηθούς και πάλι τους συμμαθητές του Δημήτρη Παναγή Θεοκλή (Σιημητρά), Κωνσταντή Κυριάκου Κουσιάππα και Παναγή Βερεσιέ (Πανατσιά). Ταυτόχρονα όμως ο Σουρουλλάς αρχίζει να διδάσκει Βυζαντινή μουσική σε δικούς του πια μαθητές νέους του χωριού και των περιχώρων. Πρώτοι μαθητές του:
– Δημήτρης Καλλή Σουρουλλά (αδελφός του, ο πρώτος)
– Ττοφής Παυλή
– Αβραάμ Σάββα
– Ανδρόνικος Χαραλάμπους
– Χαράλαμπος Κοσμά (Λυσιώτης)
– Λαμπρής Ματσάγγος
– Μιχαήλ Γιωνά Σαντζιάκκη (Μουζούρης)
Στην αρχή, αυτοί έψαλλαν στη χοροστασία με παιδικές φωνές πλαισιωμένοι από τις ανδρικές των Κουσιάππα, Σιημητρά και Βερεσιέ. Στην αριστερή χοροστασία έψαλλε τότε ο Γιάγκος Παπαδημήτρη (Γιαγκουλλής) με βοηθούς τον Κυριάκο Χατζηϊωνά (αργότερα Παπακυριάκου) και Μιχαήλ Παπάσταυρη. Κάποτε σταμάτησαν ο Γιάγκος Παπαδημήτρη και οι βοηθοί του, και τη θέση τους πήρε ο Δημήτρης Παναγή Θεοκλή (Σιημητράς), θέση που κατείχε μόνος του μέχρι τον εκτοπισμό του στη Λάρνακα το 1974 και το θάνατό του στις 5 του Δεκέμβρη 1988.
Με αυτούς τους πρώτους μαθητές και αυτούς τους βοηθούς ο Σουρουλλάς βρίσκει έτσι και την ευκαιρία της ζωής του που αναζητούσε. Να θέσει τις βάσεις για το μεγάλο του όνειρο. Να δημιουργήσει μια εκκλησιαστική χορωδία. Πολλούς μαθητές πια και το όνειρο και σκοπός πραγματοποιήθηκαν πολύ γρήγορα. Έτσι ιδρύθηκε η «Χορωδία Σουρουλλά Λύσης» που ανανεωμένη συνεχώς διατηρείται μέχρι σήμερα (1996) συμπληρώνοντας ζωή 78 χρόνων συνεχούς προσφοράς.
Την ίδια τούτη χρονιά του 1917 και μέσα στις ποικίλες ιεροψαλτικές και γενικότερες δραστηριότητες έρχεται και ο γάμος του για να φέρει στη συνέχεια ισάριθμα με τον πατέρα του παιδιά :
Καλλής 1918
Κωστής 1919
Σωτήρης 1921
Ανδρέας 1925
Σπύρος 1926
Παναγιώτα 1928
Μιχαήλ 1931
Μάρθα 1937
Για τη διδασκαλία της Βυζαντινής μουσικής ήταν πραγματικά ακούραστος και αξιοθαύμαστος. Όλοι οι μαθητές του τον θυμούμαστε με πόση αφοσίωση, ζήλο και επιμονή μάζευε από τη Λύση και τα γύρω χωριά στο σπίτι του μαθητές, που συνέχιζε να διδάσκει μέχρι αργά την κάθε νύχτα, χωρίς καμιά μα καμιά αμοιβή και με το παράδειγμα και τη συμπεριφορά του διοχέτευε σε όλους τους 200 περίπου μαθητές του το του Αποστόλου:
«…Ως μηδέν έχοντες και τα πάντα κατέχοντες…»
«Ως πτωχοί πολλούς δε πλουτίζοντες…»
Και «κάτεχε» πολλά ο Γιάγκος Σουρουλλάς. Και «πλούτισε» πνευματικά πολλούς. Διδάσκοντας πάντα και το Αποστολικό «… Ο πρώτος ουν υμών έστω πάντων διάκονος…»
Ήταν άριστος μουσικός παιδαγωγός χωρίς κατάρτιση παιδαγωγική. Δεν υπήρχε «διδαχτέα ύλη». Δεν υπήρχαν τα απαραίτητα βιβλία. Ακολουθούσε ένα δικό του τρόπο διδασκαλίας που τελικά αποδείχτηκε ο πιο αποτελεσματικός. Άρχιζε τα μαθήματα με την κλίμακα του πρώτου ήχου (πα) με βοηθητικό βιβλίο μια έκδοση του Θεοδώρου Φωκαέως με τίτλο «ΚΡΗΠΙΣ ΤΟΥ ΘΕΩΡΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΟΥ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ» (Έκδοσις νέα) 1912 «Προ χρήσιν των σπουδαζόντων αυτήν κατά την νέαν μέθοδον».
Ταυτόχρονα όμως δίδασκε στις παιδικές φωνές ανάλογα με τις ικανότητές τους ορισμένους ύμνους (Πατέρα Υιόν…) καταλήξεις της δοξολογίας και άλλων. Απολυτίκια, μέχρι και ολόκληρα «Αξιον εστί» που συνέψαλλαν από μνήμης με τη χορωδία των ανδρικών φωνών.
Κι όταν ο Τομπόλης που θαύμαζε πάντα τον φωτισμένο μαθητή του εγκαταστάθηκε πια μόνιμα στη Λάρνακα, έστειλε δώρο στο Γιάγκο ένα μουσικό βιβλίο με μια εγκωμιαστική αφιέρωση που έγραψε στο εσώφυλλο, και που η τελευταία παράγραφος τόνιζε κατά λέξη :
«Εάν εξακολουθήσεις με την
ίδιαν ζέσην ν’ αγαπάς την ωραίαν
αυτήν νεάνιδα, ήτις «Μουσική»
καλείται, αύτη θα σε αναδείξει
ως ένα των καλλίστων μουσικών
της πατρίδος μας…»
Και αναμφίβολα η πρόβλεψη αυτή επαληθεύτηκε απόλυτα.
Όταν πάλι το 1962 εκλέγηκε πανηγυρικά πρώτος δήμαρχος Λύσης επισκέφθηκε επικεφαλής του Δημοτικού Συμβουλίου τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας Αρχιεπίσκοπο Μακάριο για να του υποβάλουν τα σέβη τους. Μόλις τον είδε ο Αρχιεπίσκοπος πήρε το χέρι του και τον καλωσόρισε με το εύγλωγο λακωνικό : «Γιάγκος Σουρουλλά, Ο λευκός τη κόμη και τη ψυχή».
Μα και ο φίλος του ποιητής Μιχάλης Πασιαρδής γράφει γι’ αυτόν
«… Άνθρωπος φωτισμένος,
προικισμένος με ήθος και
τάλαντο, και ασκημένος γερά
στις αληθινές αξίες της ζωής.
Μια ίσια γραμμή η ζωή του.
Καθαρή και φωτεινή. Ένας
υποδειγματικός δρόμος.
Δύσκολος φυσικά μα και ο
μόνος που αξίζει να περπατηθεί…
Η μορφή του εγεωγραφούσε την
Κύπρο και η φωνή του ήταν
σαφής ήχος ιθαγένειας.»
Επισταμένα ασχολήθηκε με τη μελοποίηση εκκλησιαστικών ύμνων και τραγουδιών. Και τούτο ύστερα από προτροπή του δασκάλου του Τομπόλη. Η αρχή έγινε όταν πήρε ο Τομπόλης και μελοποίησε κάποτε ένα ποίημα άγνωστου ποιητή με τίτλο «Φεύγω στον πόλεμο». Διαισθανόμενος όμως τις ικανότητες του μαθητή του Γιάγκου του έδωσε το ποίημα και τον παρότρυνε να γράψει τη μουσική.
– Θα δοκιμάσω.
Ήταν η απάντηση του νεαρού 22χρονου Γιάγκου.
Την άλλη μέρα συναντήθηκαν στο στασίδι της χοροστασίας στην εκκλησία σε μια τελετή γάμου που έψαλλαν.
– Τι έγινε με το τραγούδι; Ρωτά ο Τομπόλης.
– Το έκαμα. Ήταν η απάντηση.
– Πές μου το.
Και διηγείται ο Σουρουλλάς :
– Του τόπα ψιθυριστά στο αυτί.
Στο τέλος ο Τομπόλης χοροπηδούσε μέσα στο στασίδι.
– Μπράβο Γιάγκο. Το ‘ξερα πως θα το ‘κανες. Και καλύτερα από το δικό μου. Πήρε ο Τομπόλης εκείνο του Σουρουλλά και το δίδαξε στο σχολείο και αργότερα στο ιεροδιδασκαλείο στη Λάρνακα. Κι έλεγε συχνά :
– «Τα τραγούδια του Γιάγκου στάζουν αίμα».
Υπονοώντας τη ζωντάνια που κρύβουν.
Συνέχισε ο Γιάγκος τη σύνθεση τραγουδιών που δίδασκε στη χορωδία του που ερμήνευαν τόσο στη Λύση όσο και σ’ όλη την Κύπρο και αγαπήθηκαν και τραγουδήθηκαν πολύ στην εποχή τους. Ένα μικρό δείγμα αυτής της προσφοράς αποτελεί η μουσική συλλογή του «Λύρα και δάφνες» που εκδόθηκε από τους μαθητές του το 1971 με την ευκαιρία των γιορτασμών για τα 80χρονα του που έγιναν στη Λύση.
Πρέπει να ομολογηθεί. Ίσως οι μουσικές αποσκευές του Σουρουλλά να μην ήταν πολύ βαρειές. Δεν αξιώθηκε ανώτερης μουσικής μόρφωσης. Με τη φτώχεια και τις στερήσεις και τα οικονομικά δεδομένα της οικογένειάς του, κάθε σκέψη για σπουδές αποτελούσε ανέφικτη πολυτέλεια. Έτσι ο Σουρουλλάς δεν ευτύχησε άλλη μόρφωση από αυτή του Δημοτικού σχολείου. Όμως το πηγαίο ταλέντο του, η μουσική του ευαισθησία τον ωθούσαν σ’ αυτό που δημιούργησε και το πίστευε σωστό.
Διάβασε πολύ μόνος του και απόκτησε στοιχειώδεις γνώσεις Ευρωπαϊκής μουσικής. Τόσο, που μετάφραζε πολλά τραγούδια από την Ευρωπαϊκή στη Βυζαντινή μουσική και τα δίδασκε στη χορωδία του. Ταυτόχρονα όμως με τη συμπεριφορά του δίδασκε όχι μόνο τον Παβουγαδισμό, αλλά με το παράδειγμά του διοχέτευε στους μαθητές του και στον κύκλο του το ήθος, την ανθρωπιά, τη σωφροσύνη και τη σύνεση.
Αν εξακολουθεί ακόμα η Κύπρος να διατηρεί το σεμνό Πατριαρχικό ύφος στην ερμηνεία της εκκλησιαστικής μουσικής και την αυθεντικότητα της ερμηνείας της, τούτο οφείλεται στη συμβολή φωτισμένων μουσικοδιδασκάλων στον τόπο μας που αναμφίβολα μεταξύ τους, σημαντική θέση κατέχει ο Γιάγκος Σουρουλλάς που δεν ήταν ένας από τους πολλούς αλλά ένας από τους λίγους πνευματικούς στυλοβάτες του τόπου μας.
Δεν ήταν φανατικός οπαδός ούτε απέρριπτε κανένα από τους παλαιότερους και νεώτερους μελωποιούς. Όλους όσους έβρισκε τους μελετούσε. Όλους τους δίδασκε. Αφού αργότερα από την «Κρηπίδα» του Φωκαέα δίδασκε τη νεοεκδομένη «ΜΕΘΟΔΟ ΠΡΟΣ ΕΥΚΟΛΟΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΝ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ» του Στυλιανού Χουρμουζίου (1936) όπως και του ιδίου πολλά χερουβικά, Άξιον εστί και Ειρμούς της Θ’ Ωδής (αντί του Άξιος εστί).
Αργότερα κυκλοφόρησαν πια και στην Κύπρο τα βιβλία του Ιωάννη Σακκελαρίδη. Τα βρήκε απλά και εύκολα και τα προτίμησε. Έτσι μετά τη «Μέθοδο» δίδασκε την «ΙΕΡΑ ΥΜΝΩΔΙΑ» του Σακελλαρίδη που η δεύτερη έκδοσή της έγινε το 1914 με υπότιτλο : «ΠΡΟΣ ΧΡΗΣΙΝ ΤΩΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΕΙΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΣΧΟΛΩΝ». Και η σειρά τους ήχους που δίδασκε ήταν : Πρώτος, Πλάγιος Πρώτος, Τέταρτος, Πλάγιος Τέταρτος, Δεύτερος, Πλάγιος Δεύτερος, Τρίτος, Βαρύς. Στη συνέχεια : Μεγάλη εβδομάδα, Το τριώδιο, το Πεντηκοστάριο, τον Αγιοπολίτη και τελευταία Χερουβικά του Θεοδώρου Φωκαέως Κωνσταντίνου πρωτοψάλτου Στυλ. Χουρμουζίου κ.ά. Εθελοντικά πια οι μαθητές διδάσκονται δυσκολότερα μαθήματα όπως «Καλλοφωνικούς ειρμούς», Τερερισμούς κ.ά. Πάντα δεν είχε πολλές απαιτήσεις από το μαθητή. Δεν τον δυσκόλευε. Δεν τον βασάνιζε με πολλές επαναλήψεις. Το κάθε βιβλίο το δίδασκε πρώτα στον «μονό χρόνο» – όπως έλεγε – και τον επαναλάμβανε στο «διπλό».
Πίστευε στη δύναμη του κάθε μαθητή ξεχωριστά. Ήθελε να τον κάνει ν’ αγαπήσει τη μουσική και να πιστέψει ότι είναι εύκολη η εκμάθησή της, κι έλεγε πάντα «… Όταν δοθούν στο μαθητή οι στοιχειώδεις γνώσεις, αν έχει ικανότητες και μεράκι θα προχωρήσει μόνος του μελετώντας οποιαδήποτε άλλα μαθήματα φθάνοντας μέχρι και αρχαία κείμενα και θεωρητικά μουσική…». Και μ’ αυτόν τον τρόπο πολλοί μαθητές του προχώρησαν πολύ. Άλλοι λιγότερο. Όμως όλοι έμαθαν Βυζαντινή μουσική. Και το χαίρονται.
Η προσφορά όμως του Γιάγκου Σουρουλλά στην κοινότητα της Λύσης δεν περιορίζεται μόνο στη μουσική, αλλά επεκτείνεται σε κοινωνικές και κοινοτικές ευδόκιμες δραστηριότητες.
Το 1931 διορίζεται κοινοτάρχης (Μουχτάρης) Λύσης. Όλα τα μεγάλα και μικρά, σημαντικά και ασήμαντα έργα στη Λύση φέρουν τη δική του σφραγίδα. Με δική του πρωτοβουλία κτίστηκε το περιφερειακό Νοσοκομείο «Αγία Ελένη» στη Λύση. Το δεύτερο Δημοτικό Σχολείο, η ασφαλτόστρωση των δρόμων, η βελτίωση της υδατοπρομήθειας, το μεγάλο αρδευτικό έργο Λύσης στη «Διάτρηση» και ότι άλλο αξιόλογο έχει σχέση με την ευπρέπεια κα πρόοδο μιας ραγδαίας αναπτυσσόμενης αγροτικής κοινότητας, έχουν όλα μια σφραγίδα «Γιάγκος Σουρουλλάς».
Ολόκληρη η ζωή του ήταν μια προσφορά. Δεν διέπρεψε και δε σταδιοδρόμησε επαγγελματικά γιατί δεν ήταν ο άνθρωπος που έπαιρνε αλλά που έδινε. Πάντα και παντού. Κι έκανε τη Λύση υπόδειγμα κοινωνικό, εθνικό, πνευματικό. Ο Γιάγκος Σουρουλλάς ήταν ένας αξιομίμητος χαρακτήρας. Πράος, ήρεμος, ανοικτόκαρδος. Ήταν ο δημιουργός που δεν είπε ποτέ «Όχι» στο καθήκον και στη δημιουργία, και δεν είπε ποτέ «Ναί» στην αδράνεια και τον εφησυχασμό. Ήταν ο Πατριάρχης της Λύσης, ο Απόστολος της καλοσύνης και της… Βυζαντινής μουσικής. Από τους κύριους άξονες και συντελεστές της πολιτιστικής ζωής της Λύσης. Ήταν μια από τις λίγες πνευματικές μαρμαροκολόνες που ριζωμένες βαθειά στη γενέθλια γη κράτησαν στιβαρά κι ασάλευτα το πολιτιστικό οικοδόμημα του τόπου.
Αγάπησε κι αγαπήθηκε πολύ, ο Γιάγκος Σουρουλλάς τόσο από τους μαθητές, τους χωριανούς του, όσο και από όλους όσους τον γνώρισαν σαν εμπνευσμένο μουσικοδιδάσκαλο αλλά και σαν κοινωνικό μειλίχιο παράγοντα, σαν δραστήριο και σώφρονα κοινοτάρχη. Και η αγάπη αυτή των Λυσιωτών στο πρόσωπό του εκφράστηκε εντονότερα το 1962 όταν η Λύση ανακηρύσσεται σε Δήμο και προκηρύσσονται εκλογές, ο Σουρουλλάς εκλέγεται πανηγυρικά πρώτος Δήμαρχος Λύσης. Και παράμεινε πάντα ο ταπεινόφρονας, ο συνετός, ο Άνθρωπος.
Πέθανε εκτοπισμένος στη Λάρνακα στις 5 του Μάρτη 1976 σε ηλικία 82 χρονών στο θάλαμο του παλιού Νοσοκομείου της πόλης στη Λεωφόρο Γρηγόρη Αυξεντίου. Και τα τελευταία του λόγια «Που καταντήσαμε…».
Για τους μελλοντικούς μελετητές της πολιτιστικής Λύσης, οι ειδικοί θα σταματούν στο κεφάλαιο «Γιάγκος Σουρουλλάς», θα στέκονται με προσοχή και δέος, με περίσκεψη και θαυμασμό στη ζωή και το έργο του μεγάλου αυτού οραματιστή. Έργο γνήσιο, αληθινό, λαμπρό που φώτισε την εποχή του και συνεχίζει να καταυγάζει με το ανέσπερο φως του, την όποια περίοδο της κάθε εποχής. Για να παραμείνει η εκτίμηση και η μνήμη του αιώνια. Όπως το αξίζει ο Γιάγκος Καλλή Σουρουλλάς.